Free Essay

Banking

In: Business and Management

Submitted By a2477510
Words 20499
Pages 82
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΕΙΣΑΓ ΓΗ_____________________________________________________ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡ ΤΟ: ΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑ∆Α 1.1 ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑ∆ΡΟΜΗ_______________________________________ 1.2 Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ Τ Ν ΤΡΑΠΕΖΙΚ Ν Ι∆ΡΥΜΑΤ Ν____________________ 1.3 ΓΝ ΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ______________________ 1.4 ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΣΤΟ ΝΕΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ____ 1.5 ΑΝΤΑΓ ΝΙΣΜΟΣ__________________________________________ 1.6 ΜΕΡΙ∆ΙΑ ΑΓΟΡΑΣ_________________________________________ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ∆ΕΥΤΕΡΟ: Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ Τ Ν ΤΡΑΠΕΖ Ν 2.1 ΠΡΟΙΟΝΤΑ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ________________________________ 2.2 ∆ΙΑΦΟΡΕΣ ΠΡΟΙΟΝΤ Ν ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙ Ν_____________________ 2.3 ΤΑ Ι∆ΙΑΙΤΕΡΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ Τ Ν ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕ Ν ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙ Ν ________________________________________________ 2.4 ΣΥΓΚΕΝΤΡ ΣΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚ Ν ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤ Ν ΑΝΑ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ _ 2.5 ΣΥΣΧΕΤΙΣΗ ∆ΙΚΤΥΟΥ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤ Ν ΜΕ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ

ΜΕΓΕΘΗ _____________________________________________________ 2.6 ΤΟ ΑΝΘΡ ΠΙΝΟ ∆ΥΝΑΜΙΚΟ _________________________________ 2.7 Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ MARKETING_________________________________ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ: ΟΙ ΚΙΝ∆ΥΝΟΙ ΣΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ 3.1. ΟΙ ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΟΙ ΚΙΝ∆ΥΝΟΙ ΣΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ………… 3.2. ΟΙ ΚΙΝ∆ΥΝΟΙ ΑΠΟ ΤΗ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚ Ν ΠΡΟΙΟΝΤ Ν….. 3.2.1. Οι κίνδυνοι από τη χορήγηση δανείων σε ιδιώτες και επιχειρήσεις … 3.2.2. Οι κίνδυνοι από τις εγγυητικές επιστολές …………………………… 3.2.3. Οι κίνδυνοι από το factoring – leasing – forfeiting………………. 3.2.4. Οι κίνδυνοι από την έκδοση πιστωτικών καρτών ……………….

1

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ: Η ΛΙΑΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ 4.1 ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ Η ΛΙΑΝΙΚΗ

ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ_________________________________________________ 4.2 ΛΙΑΝΙΚΕΣ ΤΡΑΠΕΖΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ__________________________ 4.3 ΚΑΤΑΝΑΛ ΤΙΚΗ ΠΙΣΤΗ____________________________________ 4.4 ΜΟΡΦΕΣ ΧΡΗΜΑΤΟ∆ΟΤΗΣΗΣ – ΠΡΟΣΦΕΡΟΜΕΝΑ ΠΡΟΙΟΝΤΑ______ 4.5 ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΠΡΟΙΟΝΤ Ν ΚΑΤΑΝΑΛ ΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ________ 4.6 ΟΙ ΝΕΕΣ ΤΑΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΝΑΛ ΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΗΣ____ 4.7 ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΠΙΣΤΗ_______________________________________ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ: ΕΣΟ∆Α ΚΑΙ ΚΟΣΤΗ ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ RETAIL BANKING 5.1 ΚΑΘΑΡΑ ΕΣΟ∆Α ΑΠΟ ΤΟΚΟΥΣ (NET INTEREST INCOME)_________ 5.2 ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ______________________________________________ 5.3 ΕΙΣΦΟΡΑ ΤΟΥ Ν.128________________________________________ 5.4 ΤΑΜΕΙΟ ΕΓΓΥΗΣΗΣ ΚΑΤΑΘΕΣΕ Ν (T.E.K.)_____________________ 5.5 ΠΡΟΜΗΘΕΙΕΣ____________________________________________ 5.6 ΚΟΣΤΟΣ ΚΑΙ ∆ΕΙΚΤΗΣ ΚΟΣΤΟΣ / ΕΣΟ∆Α______________________ 5.7 ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ______________________________________________ 5.8 ΕΣ ΤΕΡΙΚΗ ΚΟΣΤΟΛΟΓΗΣΗ Τ Ν ΠΡΟΙΟΝΤ Ν________________ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ____________________________________________ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ_______________________________________________

2

ΕΙΣΑΓ ΓΗ Η χρησιµότητα του τραπεζικού συστήµατος σε κάθε σύγχρονη κοινωνία είναι τεράστια, όπως επίσης και η σταθερότητα του η οποία συµβάλει στη αναβάθµιση του βιοτικού επιπέδου και στην ανάπτυξη της οικονοµίας. Τα τελευταία χρόνια παρατηρήθηκαν σηµαντικές µεταβολές στη διεθνή τραπεζική αγορά, σαφέστατα το Ελληνικό Τραπεζικό σύστηµα ακολούθησε την διεθνή τάση µε αποτέλεσµα την πλήρη απελευθέρωση του και την εγκαθίδρυση ενός απόλυτα ανταγωνιστικού καθεστώτος. Στα πλαίσια του ανταγωνισµού και της αύξησης των κερδών των Τραπεζών παρατηρείται µια στροφή αυτών στον τοµέα της Λιανικής Τραπεζικής καθώς σύµφωνα µε τα αποτελέσµατα χρήσης των τελευταίων ετών όλων των Τραπεζών πολύ µεγάλο ποσοστό της αύξησης της κερδοφορίας τους οφείλετε σε αυτή. Έτσι, ο Τραπεζικός τοµέας βρίσκεται αντιµέτωπος µε νέα δεδοµένα και ένα δυναµικό και συνεχώς µεταβαλλόµενο περιβάλλον. Τα πιστωτικά ιδρύµατα για να µπορέσουν να επιβιώσουν και να καταστούν ανταγωνιστικά πρέπει να βρίσκονται µπροστά από τον πελάτη και τις προσδοκίες του οφείλουν να αντιλαµβάνονται τις απαιτήσεις και τις ανάγκες των πελατών τους, να τις επανεξετάζουν σε τακτά χρονικά διαστήµατα και να προβλέπουν τις επιθυµίες και τις προσδοκίες πριν εκφραστούν. Από την πλευρά της η ελληνική οικονοµία σήµερα ένα σχετικό δυναµισµό και εύρωστες επιχειρήσεις σε όλους τους κλάδους οικονοµικής δραστηριότητας, γεγονός που επιδρά θετικά στα αποτελέσµατα των

τραπεζών. Στο πλαίσιο αυτό, θα παρουσιαστεί το ελληνικό τραπεζικό σύστηµα το οποίο επηρεάζεται θετικά από διάφορες εξελίξεις. Το ελληνικό τραπεζικό σύστηµα όµως αντιµετωπίζει και αρκετές προκλήσεις που πρέπει να υπερκεράσει και προσπαθήσει επιτυγχάνοντας την έγκαιρη προσαρµογή στο ρυθµιστικό περιβάλλον. Το ελληνικό τραπεζικό σύστηµα µπροστά σε νέες προκλήσεις προσπαθεί να ισορροπήσει και να αποτελέσει ένα µέρος του διεθνούς και ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήµατος, ακολουθώντας τις επιταγές των νέων τάσεις των υπολοίπων κεφαλαιαγορών. Το µέγεθός του είναι µικρό συγκριτικά µε άλλες χώρες αλλά είναι εκείνο που συµµετέχει ενεργά σε διαρθρωτικές

3

αλλαγές µε αποτέλεσµα να επηρεάζει το σύνολο της οικονοµίας. Το θέµα που θα µας απασχολήσει αφορά την λιανική τραπεζική (Retail Banking). Μέσα από αυτή την ανάλυση προκύπτει ότι το µέλλον προδιαγράφεται ελπιδοφόρο τόσο για τους καταναλωτές όσο και για τις τράπεζες. Αρκεί οι πρώτοι να συνειδητοποιήσουν τη δύναµη που έχουν και να διεκδικήσουν καλύτερες υπηρεσίες και οι δεύτερες να «σκύψουν» στα προβλήµατα που αντιµετωπίζει ο άνθρωπος του 21ου αιώνα και να τον ακολουθούν µε συνέπεια και ειλικρίνεια σε κάθε του βήµα.

4

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡ ΤΟ: ΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑ∆Α
1.1 ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑ∆ΡΟΜΗ
Πριν από το 1987, το χρηµατοπιστωτικό σύστηµα της Ελλάδος χαρακτηριζόταν από την ύπαρξη εκτεταµένων περιορισµών, απαραίτητων όµως και για τη χρηµατοδότηση του υπερβολικά µεγάλου δηµόσιου τοµέα, οι περισσότεροι από τους οποίους µε την πάροδο του χρόνου έχουν εξαλειφθεί ή έχουν βελτιωθεί. Σηµειώνουµε πως η περίοδος έως το 1996, χαρακτηρίζεται από τον έντονο κρατικό παρεµβατισµό παρά την απελευθέρωση του τραπεζικού συστήµατος, αφού τρεις από τις πέντε µεγαλύτερες τράπεζες βρισκόταν υπό τον πλήρη κρατικό έλεγχο. Οι περιορισµοί αφορούσαν τις τιµές και τις ποσότητες. Γινόταν για παράδειγµα διοικητικοί περιορισµοί των περισσότερων επιτοκίων και υπήρχαν περιορισµοί στη διάθεση των πιστώσεων από την πλευρά των εµπορικών τραπεζών. Το αυστηρό διοικητικό καθεστώς που καθιερώθηκε στη µεταπολεµική περίοδο, περιόριζε τη δυνατότητα των πιστωτικών ιδρυµάτων να αναπτύξουν τις εργασίες τους, τον µεταξύ τους ανταγωνισµό, ενώ σε ορισµένες περιπτώσεις τον απαγόρευε πλήρως. Για το λόγο αυτό ο ανταγωνισµός ήταν χαµηλός έως ανύπαρκτος µε τον χρηµατοπιστωτικό τοµέα να εµφανίζει υψηλή συγκέντρωση και περιορισµένο αριθµό προϊόντων. Ο τραπεζικός τοµέας, την περίοδο αυτή ήταν η κύρια πηγή χρηµατοδότησης σε µια κεφαλαιαγορά επιφανειακή και χωρίς ιδιαίτερη κινητικότητα. Από τα µέσα της δεκαετίας του 1980 µε την εφαρµογή ενός εντατικού προγράµµατος απελευθέρωσης επιχειρήθηκε και ολοκληρώθηκε το 19971998 η πλήρης αναδιάρθρωση του χρηµατοπιστωτικού τοµέα. Αξίζει να σηµειωθεί πως τα µέτρα για την απελευθέρωση της καταναλωτικής πίστης από τα µέσα της δεκαετίας του 1980 βοήθησαν στη ραγδαία αύξησή της µε υψηλότερη µάλιστα ένταση τη δεκαετία του 1990 (Αύξηση της τάξεως του 155% µεταξύ 1994-1997). Η αφετηρία ήταν η απελευθέρωση των επιτοκίων που ξεκίνησε το 1984 και ολοκληρώθηκε το 1993. Το ίδιο έτος επιχειρήθηκε από την Τράπεζα της 5

Ελλάδος η ελάττωση των πιστωτικών ελέγχων επί των εµπορικών τραπεζών και έθεσαν ανώτατο όριο στην πιστωτική επέκταση. Το 1985 η Τράπεζα της Ελλάδος εισήγαγε την πολιτική της ανοικτής αγοράς, καθιέρωσε τις πιστωτικές κάρτες και τα Έντοκα Γραµµάτια του Ελληνικού ∆ηµοσίου πωλούνται στο κοινό για πρώτη φορά µε τα επιτόκιά τους να αυξάνονται µέσα σε τρεις µήνες. Το 1987, καταργείται το ανώτατο όριο της πιστωτικής επέκτασης των τραπεζών µέσω πιστωτικών καρτών και διπλασιάζεται το ανώτατο όριο αυτών ανά πελάτη. Επίσης, εγκρίνεται η έκδοση πιστοποιητικών καταθέσεων και οµολόγων µε ελεύθερη διαπραγµάτευση επιτοκίων. Το 1990 µειώνεται το ποσοστό ελάχιστων αποθεµατικών στο 9% . Το 1991 καθιερώνονται τα Repos, και αρχίζει η φορολογία στο εισόδηµα από τόκους. Επίσης καταργείται το ποσοστό 9% των καταθέσεων των εµπορικών τραπεζών για τη χρηµατοδότηση των δηµοσίων επιχειρήσεων. ο 1993 καταργείται το υποχρεωτικό ποσοστό επενδύσεων των εµπορικών τραπεζών προς τα Έντοκα Γραµµάτια και η δέσµευση ενός ποσοστού των καταθέσεων για δάνεια σε µικροµεσαίες επιχειρήσεις. Ολοκληρώνεται επίσης η απελευθέρωση των επιτοκίων µε την κατάργηση του ελάχιστου ορίου επιτοκίων ταµιευτηρίου. Απελευθερώνονται οι κινήσεις κεφαλαίων µεσοπρόθεσµου και

µακροπρόθεσµου χαρακτήρα έναντι όλων των χωρών. Καταργούνται και οι συναλλαγµατικοί περιορισµοί που έχουν αποµείνει. Το 1994 ορίζεται ανώτατο όριο προσωπικών δανείων στα 8.000.000 δραχµές (25.000€) και το 1995 απουλοποιούνται οι τίτλοι του ∆ηµοσίου. Το Μάιο του 1994 η Τράπεζα της Ελλάδος προχωρά σε δραστική αύξηση των επιτοκίων, εξαιτίας ισχυρών πιέσεων στη συναλλαγµατική ισοτιµία της δραχµής. Εξαιτίας της διεθνούς νοµισµατικής κρίσης η Τράπεζα της Ελλάδος αυξάνει και πάλι δραστικά τα επιτόκια της για την αντιµετώπιση των πιέσεων στη δραχµή (1997). Στη περίοδο 1997-2005 διαπιστώνεται αύξηση της συσχέτισης και στις χώρες της ζώνης του Ευρώ, η οποία οφείλεται στις εξαγορές και στις συγχωνεύσεις τραπεζών εν µέρει στο πλαίσιο µείωσης της συµµετοχής του δηµόσιου τοµέα στο εγχώριο τραπεζικό σύστηµα. Η αποκλιµάκωση των επιτοκίων ήρθε µε τη διαδικασία της ονοµαστικής σύγκλισης της ελληνικής οικονοµίας ενόψει της ένταξης της χώρας στο τρίτο 6

στάδιο της ΟΝΕ. Ααµετάκλητος καθορισµός των συναλλαγµατικών ισοτιµιών και η Τράπεζα της Ελλάδος αποτελεί µέρος του Ευρωσυστήµατος. Το 2003 πραγµατοποιήθηκε η πλήρης απελευθέρωση της καταναλωτικής πίστης µε την κατάργηση των ποσοτικών ορίων χορηγήσεων. Καταργήθηκε το συνολικό κατά άτοµο και κατά τράπεζα όριο των 25.000€, καθώς και τα επιµέρους όρια για τις πιστοδοτήσεις προς φυσικά πρόσωπα. Με τον τρόπο αυτό, εναρµονίζεται η άσκηση της νοµισµατικής πολιτικής από το Ευρωσύστηµα, σύµφωνα µε την αρχή της οικονοµίας της ανοικτής αγοράς µε ελεύθερο ανταγωνισµό. (Για την περίοδο µετά την νοµισµατική ένωση, στην Ελλάδα, µέλος της Ευρωζώνης αντανακλά το περιβάλλον νοµισµατικής σταθερότητας, το οποίο απολαµβάνει.) Η άρση των περιορισµών προήλθε αφού : Επιβεβαιώθηκε ότι ο βαθµός χρέωσης των ελληνικών νοικοκυριών είναι γενικά χαµηλός και υπολείπεται σηµαντικά από το µέσο όρο στη ζώνη του ευρώ (υπόλοιπο τραπεζικών δανείων ως ποσοστό του ΑΕΠ στο τέλος του 2002: Ελλάδα 22, 3%, ζώνη ευρώ 47%), ενώ παράλληλα παρατηρείται σηµαντική επιβράδυνση του ρυθµού επέκτασης της καταναλωτικής πίστης (από 42, 5% το ∆εκέµβριο 2001 σε 24, 6% τον Απρίλιο 2003) (Τράπεζα της Ελλάδος). Θα προκαλούσε ενίσχυση του ανταγωνισµού που αναµενόταν να είχε θετική επίδραση στους καταναλωτές, ενώ οι υφιστάµενες µέχρι σήµερα ρυθµίσεις δηµιουργούσαν στρεβλώσεις και είχαν περιορισµένη

αποτελεσµατικότητα. Θα προκαλούσε επικείµενη ενεργοποίηση της διατραπεζικής βάσης πιστωτικής φύσεως πληροφοριών σε συνδυασµό µε την αναβάθµιση των συστηµάτων πιστοληπτικής διαβάθµισης των πελατών από τις τράπεζες. Οι χρηµατοδοτήσεις για τις καταναλωτικές και προσωπικές ανάγκες των φυσικών προσώπων θα παρέχονται στο εξής αποκλειστικά µε τραπεζικά κριτήρια, τα οποία θα πρέπει να εφαρµόζονται µε αυστηρότητα. Οι όροι των σχετικών χρηµατοδοτήσεων θα προσδιορίζονται, µεταξύ άλλων, και από το βαθµό αξιοποίησης των ποιοτικής και ποσοτικής φύσεως στοιχείων, που θα παρέχονται από το διατραπεζικό σύστηµα πιστωτικών πληροφοριών και την 7

πιστή εφαρµογή των κριτηρίων των συστηµάτων διαχείρισης πιστωτικού κινδύνου. (Γεωργίαδης Γ., 2007) Παράλληλα οι συναλλασσόµενοι µε τα πιστωτικά ιδρύµατα οφείλουν να αξιοποιούν στο µέγιστο δυνατόν την παρεχόµενη, σύµφωνα µε τις ισχύουσες διατάξεις, ενηµέρωση για τη σύγκριση των προσφερόµενων χρηµατοδοτικών προϊόντων και την ορθή εκτίµηση του ύψους των υποχρεώσεων και των τυχόν κινδύνων που αναλαµβάνουν.

1.2 Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ Τ Ν ΤΡΑΠΕΖΙΚ Ν Ι∆ΡΥΜΑΤ Ν
Οι στόχοι των τραπεζικών ιδρυµάτων ορίζονται στα πλαίσια της συλλογής χρηµατικών πόρων, στον δανεισµό, στη ρευστότητα στο

συνάλλαγµα και στο κεφάλαιο. Όλες οι λειτουργίες σε ένα τέτοιο οικονοµικό οργανισµό είναι άρρηκτα συνδεδεµένες µεταξύ τους. Η απόκτηση χρηµατικών πόρων είναι αναγκαία για να λειτουργήσει µια τράπεζα αφού για να λειτουργήσει βασίζεται στα χρηµατικά της διαθέσιµα. Οι τράπεζες ως γνωστόν εµπορεύονται το χρήµα µέσα από τις διάφορες λειτουργίες τους, µε κέρδος το επιτόκιο χορηγήσεων και τη λειτουργία των χρεογράφων. ∆ιάφοροι περιορισµοί διοικητικοί και άλλοι επηρεάζουν την

ανεξαρτησία των τραπεζών στην έλκυση κεφαλαίων.

στόσο, αποµένουν

ορισµένοι παράγοντες που δίνουν στην τράπεζα τη δυνατότητα να επηρεάσει το συνολικό τους όγκο. Υπάρχουν διάφορα όργανα άντλησης κεφαλαίων, όπως τα διάφορα είδη καταθέσεων, ο δανεισµός από την κεντρική τράπεζα και η αγορά διάφορων χρεογράφων. Η κάθε τράπεζα θα πρέπει να εκτιµήσει το κόστος άντλησης κεφαλαίων από τις διάφορες πηγές, την ελαστικότητα της προσφοράς τους, τους παράγοντες που τα επηρεάζουν, ώστε να αποφασίσει για τη διάρθρωσή τους αλλά και για να εξασφαλίσει ικανοποιητική απόδοση από τη χρήση των κεφαλαίων αυτών. Σηµαντικός παράγοντας είναι και ο ανταγωνισµός που υπάρχει σήµερα στις τράπεζες για την άντληση κεφαλαίων.

8

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ

Πίνακας 1.1. Στοιχεία ισολογισµού τραπεζών ΠΑΘΗΤΙΚΟ Υποχρεώσεις προς πελάτες Λοιπά στοιχεία παθητικού Προεισπραγµένα έσοδα και πληρωτέα έξοδα Προβλέψεις για κινδύνους& βάρη Υποχρεώσεις µειωµένης εξασφάλισης Ίδια κεφάλαια Ενσώµατα πάγια στοιχεία Λοιπά στοιχεία ενεργητικού Προπληρωµένα έξοδα και έσοδα εισπρακτέα

Ταµείο και διαθέσιµα στη Κεντρική Τράπεζα Έντοκα γραµµάτια και άλλα αξιόγραφα Απαιτήσεις κατά πιστωτικών ιδρυµάτων Απαιτήσεις κατά πελατών Χρεόγραφα Συµµετοχές Άυλα και πάγια στοιχεία

Πηγή: Ζαχαριάδης ∆.,(2003), Σελ. 49

Όπως φαίνετε στον πίνακα 1.1., όταν γίνεται αναφορά στο ενεργητικό εννοούνται οι απαιτήσεις της τράπεζας όσον αφορά τα χρηµατικά διαθέσιµα, αξιόγραφα, οµολογίες, συµµετοχές, χορηγήσεις, όπως επίσης έξοδα ίδρυσης, φήµης, πελατείας, κτηρίων και λοιπού εξοπλισµού κ.τ.λ. Από την άλλη όταν γίνεται αναφορά στο παθητικό εννοούνται οι υποχρεώσεις του πιστωτικού ιδρύµατος που περιλαµβάνουν υποχρεωτικά κονδύλια, καταθέσεις σε όψεως ή προθεσµίας χωρίς προειδοποίηση, προβλέψεις για κινδύνους, συντάξεις προσωπικού και φόρους. Όσον αφορά τα ίδια κεφάλαια περιλαµβάνουν το µετοχικό κεφάλαιο τα λοιπά αποθεµατικά και τις διαφορές από αναπροσαρµογή της αξίας των περιουσιακών στοιχείων της τράπεζας. Ο δανεισµός κεφαλαίων από τις τράπεζες αποτελεί την πρωταρχική τους λειτουργία και απαιτεί την εκτέλεση µιας καλά σχεδιασµένης πιστωτικής πολιτικής, για την απόκτηση υψηλής απόδοσης και την ελαχιστοποίηση του κινδύνου. Η τράπεζα θα πρέπει να αποφασίσει για το µέγεθος του χαρτοφυλακίου των δανείων, κάτι που προσδιορίζεται από τις ανάγκες της οικονοµίας και την ικανότητα της τράπεζας. Επίσης, πρέπει να αποφασίσει για τη διανοµή των κεφαλαίων της ανάµεσα στα διάφορα είδη δανείων, τα οποία διαφέρουν σε διάρκεια και κίνδυνο, και επηρεάζονται από το περιβάλλον, τις καταθέσεις των 9

δανειζοµένων στην συγκεκριµένη τράπεζα και από άλλους παράγοντες. Απαιτείται ανάλυση των αγορών και προσοχή από την πλευρά των τραπεζών αφού δεν υπάρχει δευτερογενής αγορά για τα περισσότερα είδη. Θα πρέπει ακόµα να ληφθούν υπόψη η εµπειρία από το συγκεκριµένο πελάτη, αλλά και οι ατέλειες που επικρατούν στις αγορές και δηµιουργούν αβεβαιότητες και κινδύνους. Σηµαντικές αποφάσεις αφορούν και τους όρους που επιβάλλει η τράπεζα για να δανείσει τα κεφάλαια της στις ελλειµµατικές µονάδες. Παρά το γεγονός ότι τα επίπεδα των επιτοκίων προσδιορίζονται από παράγοντες τους οποίους η τράπεζα δεν µπορεί να επηρεάσει, έχει ωστόσο κάποιο βαθµό ευκαµψίας για τον καθορισµό της πολιτικής της ως προς τα επιτόκια. Τα τελευταία επιβάλλονται σε επίπεδα που καλύπτουν την πληρωµή για τη χρήση του χρήµατος, τον κίνδυνο που σχετίζεται µε το δανειζόµενο και άλλες επιβαρύνσεις που σχετίζονται µε τις ατέλειες της αγοράς. Οι παράγοντες αυτοί λαµβάνονται υπόψη στα διάφορα είδη των δανείων ανάλογα µε την αξιοπιστία του πελάτη. Υπάρχουν ακόµα και σήµερα δυσκολίες για τον προσδιορισµό των επιτοκίων δανεισµού παρά τη γενικά αποδεκτή θέση ότι το οριακό κόστος δανεισµού θα πρέπει να αποτελεί το κατώτατο σηµείο για τα τραπεζικά επιτόκια των δανείων. Η εµπειρία δείχνει ότι οι εµπορικές τράπεζες ακολουθούν το προεξοφλητικό επιτόκιο της κεντρικής τράπεζας, καθώς και το επιτόκιο δανεισµού που επιβάλλουν στους καλύτερους πελάτες τους, το οποίο χρησιµοποιούν ως βάση για τους υπόλοιπους πελάτες τους. Τελευταία, υποστηρίζεται η επιβολή των κυµαινόµενων επιτοκίων δανεισµού, αφού το κόστος µιας µεγάλης αναλογίας των τραπεζικών δανείων επηρεάζεται από το γενικό επίπεδο των επιτοκίων. Μια άλλη βασική πολιτική των εµπορικών τραπεζών αναφέρεται στη διαχείριση της ρευστότητάς τους και συγκεκριµένα στη µέτρηση των αναγκών τους που σχετίζεται µε την πορεία στις καταθέσεις και τα δάνεια. Για την κάλυψη της ανάγκης αυτής οι τράπεζες προχωρούν στη διαχείριση των στοιχείων του παθητικού, µια δραστηριότητα που ωστόσο περιορίζεται στις µεγάλες τράπεζες. Οι µικρότερες τράπεζες στηρίζονται κυρίως στα στοιχεία του ενεργητικού τους, αγορά χρεογράφων τα οποία ωστόσο µπορεί να συνεπάγονται απώλεια εισοδήµατος τουλάχιστον για ένα χρονικό διάστηµα. Η τράπεζα θα πρέπει να αποφασίσει ανάµεσα στα διάφορα είδη χρεογράφων 10

σε ό,τι αφορά την ποσότητα, την ποιότητα, την ηµεροµηνία λήξης και την απόδοση. Θα πρέπει ακόµα να τονιστεί ο ρόλος της κεντρικής τράπεζας, η οποία ενεργεί ως ο κυριότερος δανειστής για τις εµπορικές τράπεζες για να καλύψει τις ανάγκες τους σε ρευστότητα. Η διαχείριση του χαρτοφυλακίου των επενδύσεων για µια τράπεζα είναι σηµαντική αφού οι επενδύσεις (σε χρεόγραφα κτλ.) είναι σηµαντικές ως πηγή ρευστότητας, πηγή εισοδήµατος, ενώ συχνά οι απρογραµµάτιστες επενδύσεις οδηγούν σε αποτελέσµατα τα οποία µπορεί να µην συµβαδίζουν µε τους επιθυµητούς στόχους της τράπεζας. Η κατάσταση του κινδύνου για την τράπεζα ασκεί ισχυρή επίδραση στα επενδυτικά µέσα και στα ποιοτικά επίπεδα του χαρτοφυλακίου των τραπεζών. Έτσι, ανάλογα µε τις δυνατότητες µιας τράπεζας, πρέπει να καθοριστεί και η ποιότητα των χρεογράφων που θα αποκτηθούν και επιδρούν στην απόδοση της τράπεζας. Τα διάφορα είδη χρεογράφων έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά ανάλογα µε την ποιότητά τους. Ακόµα, η τράπεζα πρέπει να αποφασίσει σε ό,τι αφορά το είδος και το µέγεθος των χρεογράφων, καθώς και τις ηµεροµηνίες λήξης, την αγορά και πώλησή τους ανάλογα µε την πορεία στα επιτόκια, την οικονοµική πολιτική και την κατάσταση της οικονοµίας. Κάποιος βαθµός ευκαµψίας πρέπει να τη διακρίνει ως προς την επιλογή των παραπάνω, προκειµένου να επιτευχθεί αυξανόµενο εισόδηµα και κέρδη. Το κεφάλαιο είναι αναγκαίο για µια τράπεζα κυρίως τόσο για τη δυνατότητα άµεσης χρησιµοποίησής του για την επέκταση των τραπεζικών πιστώσεων και την έλκυση χρηµατικών πόρων, όσο και για την παροχή ασφάλειας (προστασία καταθέσεων) και εµπιστοσύνης που χρειάζονται για την προώθηση των εργασιών της τράπεζας. στόσο, από την

άλλη πλευρά, η µεγάλη ποσότητα κεφαλαίου µειώνει την απόδοση της τράπεζας. Οι ορθολογικές πολιτικές προσπαθούν να εξισορροπήσουν την προστασία που παρέχει το επιπρόσθετο κεφάλαιο στο κοινό ενάντια στους κινδύνους που υπάρχουν στις τραπεζικές δραστηριότητες και στην υψηλότερη απόδοση όταν δεσµεύεται περισσότερο κεφάλαιο (Ζαχαριάδης, 2003).

11

1.2 ΓΝ ΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ
ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑ∆ΟΣ Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (ETE) είναι µια από τις µεγαλύτερες τράπεζες της Ελλάδας. Ιδρύθηκε το 1828 από τον Κυβερνήτη της Ελλάδας, Ιωάννη Καποδίστρια, σε συνεργασία µε τον ευεργέτη και µέλος της Φιλικής Εταιρείας, Γεώργιο Σταύρου, από τα Ιωάννινα, ο οποίος υπήρξε και ο πρώτος διευθυντής της. Από τον Οκτώβριο 1999, η µετοχή της Τράπεζας διαπραγµατεύεται στο Χρηµατιστήριο της Νέας Υόρκης. Στα τέλη του 2002, η Εθνική Τράπεζα προχώρησε στη συγχώνευση δι' απορροφήσεως της θυγατρικής της "Εθνική Τράπεζα Επενδύσεων Βιοµηχανικής Αναπτύξεως ΑΕ" (ETEBA). (Ελεύθερη Εγκυκλοπαίδεια, 2009) Με το πληρέστατο δίκτυό της που αποτελείται από 604 Καταστήµατα και 1241 ATMς καλύπτει ολόκληρη τη γεωγραφική έκταση της Ελλάδας. Παράλληλα, αναπτύσσει εναλλακτικά δίκτυα πώλησης των προϊόντων της, όπως οι υπηρεσίες Μobile and Internet Banking. Σήµερα και µετά τις πρόσφατες εξαγορές στο χώρο της Βαλκανικής, το δίκτυο της τράπεζας στο εξωτερικό περιλαµβάνει 290 µονάδες σε τέσσερις ηπείρους.

ALPHA BANK Η Alpha Bank ιδρύθηκε το 1879 και είναι µία από τις µεγαλύτερες τράπεζες στην Ελλάδα. Με άνω των 1.000 Καταστηµάτων, ο Οµιλος της Alpha Bank δραστηριοποιείται και στη διεθνή τραπεζική αγορά µε παρουσία στην Κύπρο, στη Ρουµανία, στη Βουλγαρία, στη Σερβία, στην Ουκρανία, στην Αλβανία, στην Π.Γ.∆.Μ. και στη Μεγάλη Βρετανία. (Alpha Bank, 2009) Αναγνωρίζεται υπηρεσιών ως πρωτοπόρος στην εισαγωγή νέων ηλεκτρονικών

EFG EUROBANK Η Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias ιδρύθηκε το 1990 µε αρχική επωνυµία "Ευρωεπενδυτική Τράπεζα". Σήµερα, προσφέρει πλήρες φάσµα τραπεζικών προϊόντων και υπηρεσιών σε ιδιώτες, επιχειρήσεις και θεσµικούς πελάτες. Η Τράπεζα καταλαµβάνει ηγετική θέση στους ταχύτερα

αναπτυσσόµενους και πιο προσοδοφόρους τοµείς της αγοράς. Η EFG 12

Eurobank Ergasias κατέχει την πρώτη θέση στις χορηγήσεις καταναλωτικών δανείων, πιστωτικών καρτών και δανείων προς µικροµεσαίες επιχειρήσεις, καθώς και στη διαχείριση αµοιβαίων κεφαλαίων. Επιπλέον, ο Όµιλος κατέχει ηγετική θέση στην επενδυτική τραπεζική, µέσω της "EFG Telesis Finance", και στα προϊόντα κεφαλαιαγοράς, µέσω της "EFG Eurobank

Χρηµατιστηριακή", ενώ διαθέτει ισχυρό συγκριτικό πλεονέκτηµα στο χώρο της διαχείρισης περιουσίας ιδιωτών (private banking) και σηµαντική παρουσία στην τραπεζική επιχειρήσεων. Με δυναµικό άνω των 16.000 ανθρώπων στην Ελλάδα και το εξωτερικό, εγχώριο δίκτυο άνω των 300 καταστηµάτων και 750 ΑΤΜ και µε την αξιοποίηση εναλλακτικών δικτύων (phone banking, ηλεκτρονική

τραπεζική, και mobile banking) η Τράπεζα επιτυγχάνει τη διάθεση των προϊόντων και των υπηρεσιών της πανελλαδικά. Επίσης, η Τράπεζα αναπτύσσει την παρουσία της στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή. (Eurobank, 2008)

ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑ∆ΟΣ Το 1929 η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ιδρύεται ως µη κερδοσκοπικός οργανισµός κοινωφελούς χαρακτήρα, µε κύριο σκοπό την αποκλειστική χρηµατοδότηση µε ευνοϊκούς όρους του αγροτικού τοµέα και την ενίσχυση της αγροτικής ανάπτυξης. Το 1950 η Αγροτική Τράπεζα ιδρύει µια σειρά εταιριών µεταποίησης αγροτικών προϊόντων και αξιοποίησης των πλουτοπαραγωγικών πόρων διαφόρων περιοχών της ώρας. Αργότερα, το 1991 η Αγροτική Τράπεζα γίνεται ανώνυµη εταιρία ενώ παράλληλα ιδρύει ένα ολοκληρωµένο όµιλο παροχής χρηµατοοικονοµικών προϊόντων και υπηρεσιών. Το 2001 η Αγροτική Τράπεζα πραγµατοποιεί αύξηση µετοχικού κεφαλαίου για την εισαγωγή της στο Χρηµατιστήριο Αξιών Αθηνών και από τον Ιανουάριο του 2001 διαπραγµατεύεται η µετοχή της στο ΧΑΑ. Τραπεζικός Οργανισµός µε διεθνές κύρος και ακτινοβολία, αφού κατέχει σταθερά µια θέση στις 500 µεγαλύτερες τράπεζες του κόσµου. Μετρά περίπου 70 χρόνια λειτουργίας, µε αποκλειστικό µέτοχο το Ελληνικό κράτος. Με ένα δίκτυο 437 Καταστηµάτων, µε εκτεταµένη γεωγραφική διασπορά σε όλη την Ελλάδα, 13

προσφέρει ποικιλία προϊόντων σε ιδιώτες και επιχειρήσεις. 5 Καταστήµατα στο Εξωτερικό και ένα δίκτυο συνεργασίας µε 50 Ανταποκρίτριες Τράπεζες σε ολόκληρο τον κόσµο εξασφαλίζουν την παρουσία της ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ

ΤΡΑΠΕΖΑΣ στην παγκόσµια τραπεζική αγορά. Η Αγροτική Τράπεζα του 21ου αιώνα είναι µια σύγχρονη Τράπεζα πολλαπλών δραστηριοτήτων και σύµφωνα µε το Banker - µια από τις 150 µεγαλύτερες τράπεζες της Ευρώπης.

ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑ∆ΟΣ Η Εµπορική Τράπεζα της Ελλάδος ιδρύθηκε το 1907, είναι εισηγµένη στο Χρηµατιστήριο Αξιών Αθηνών από το 1909 και έχει σήµερα περίπου 67.000 µετόχους. Στο µετοχικό κεφάλαιο της Τράπεζας, µε ποσοστό κοντά στο 10%, µετέχει η µεγαλύτερη γαλλική τράπεζα, η Crédit Agricole (CA). Η συµµαχία της Εµπορικής Τράπεζας µε την Crédit Agricole (CA) υπεγράφη το 2000 και δεν αποτελεί µόνο µια απλή συµµετοχή της CA στο µετοχικό κεφάλαιο της Εµπορικής, αλλά µια µακροχρόνια συνεργασία που αποβλέπει στην ανταλλαγή τεχνογνωσίας µεταξύ των δύο τραπεζών. Η συνεργασία προχωρά τόσο σε επίπεδο Τράπεζας όσο και σε επίπεδο Οµίλου µε την από κοινού συµµετοχή σε νέες και υπάρχουσες θυγατρικές εταιρείες στους χώρους των τραπεζασφαλειών (bancassurance), της διαχείρισης επενδυτικών κεφαλαίων θεσµικών επενδυτών, της διαχείρισης αµοιβαίων κεφαλαίων, της επενδυτικής τραπεζικής και της καταναλωτικής πίστης. Ο Όµιλος της Εµπορικής προσφέρει τραπεζικές υπηρεσίες στην Ελλάδα µέσω δικτύου 374 υποκαταστηµάτων, µέσω του υποκαταστήµατός της στο Λονδίνο, καθώς και µέσω θυγατρικών τραπεζών στην Αλβανία, την Αρµενία, τη Βουλγαρία, τη Γερµανία, τη Γεωργία, την Κύπρο και τη Ρουµανία.

ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙ Σ Η Τράπεζα Πειραιώς ιδρύθηκε το 1916. Για πολλές δεκαετίες λειτούργησε ως ιδιωτική Τράπεζα και το 1975 πέρασε υπό κρατικό έλεγχο, όπου και παρέµεινε µέχρι το 1991. Από τον ∆εκέµβριο του 1991 που ιδιωτικοποιήθηκε παρουσιάζει συνεχή και ταχεία ανάπτυξη εργασιών, µεγεθών και δραστηριοτήτων. Παράλληλα µε την οργανική της ανάπτυξη, η 14

Τράπεζα Πειραιώς προχώρησε σε µία σειρά από στρατηγικές κινήσεις, µε σκοπό την εδραίωσή της σε µία δυναµικά αναπτυσσόµενη αγορά. Έτσι, το 1998 προχώρησε στην απορρόφηση των εργασιών της Chase Manhattan στην Ελλάδα, στην εξαγορά της Τράπεζας Μακεδονίας-Θράκης και της µικρής εξειδικευµένης Τράπεζας Credit Lyonnais Hellas, καθώς και στηναπόκτηση του ελέγχου της Τράπεζας Χίου στις αρχές του 1999 και στην απορρόφηση των εργασιών της National Westminster Bank PLC στην Ελλάδα. Τον Ιούνιο του 2000 πραγµατοποίησε την ενοποίηση των τραπεζικών δραστηριοτήτων της στην Ελλάδα, µέσω της απορρόφησης των εµπορικών Τραπεζών Μακεδονίας-Θράκης και Χίου. Η συγχώνευση των τριών Τραπεζών

ολοκληρώθηκε µε ιδιαίτερη επιτυχία, δηµιουργώντας έτσι µία από τις τρεις µεγαλύτερες ιδιωτικές Τράπεζες στην Ελλάδα. Στις αρχές του 2002, η Τράπεζα Πειραιώς απέκτησε τον έλεγχο της ΕΤΒΑ bank από το Ελληνικό ∆ηµόσιο. Αυτή η εξαγορά επέφερε σηµαντικά οφέλη για τον Όµιλο Πειραιώς, µε την ισχυροποίηση της κεφαλαιακής του βάσης, διευρύνοντας τη δυνατότητα ανάπτυξης των εργασιών του, την απόκτηση ενός

συµπληρωµατικού δανειακού χαρτοφυλακίου και την αύξηση του µεριδίου αγοράς του στις τραπεζικέςεργασίες, στο leasing και στη διαχείριση επενδύσεων χαρτοφυλακίου. H ΕΤΒΑbank συγχωνεύθηκε επιτυχώς µε την Τράπεζα Πειραιώς τον ∆εκέµβριο 2003. Επίσης, στις αρχές του 2002 υπογράφηκε συµφωνία Στρατηγικής Συνεργασίας του Οµίλου της Τράπεζας Πειραιώς µε το διεθνή τραπεζοασφαλιστικό Όµιλο ING για την ελληνική αγορά. Σήµερα η Τράπεζα Πειραιώς ηγείται ενός Οµίλου επιχειρήσεων που καλύπτουν το σύνολο των εργασιών και δραστηριοτήτων του χρηµατοοικονοµικού τοµέα στην Ελλάδα (universal bank). Το σύνολο αυτών των υπηρεσιών προσφέρονται τόσο µέσα από το πολύ καλά οργανωµένο δίκτυο καταστηµάτων της, όσο και από το ηλεκτρονικό δίκτυο τραπεζικής της winbank. Η τελευταία δηµιουργήθηκε στις αρχές του 2000 ως η πρώτη ολοκληρωµένη υπηρεσία ηλεκτρονικής τραπεζικής στην Ελλάδα, παρέχοντας ένα πλήρες και ολοκληρωµένο σύνολο υπηρεσιών ηλεκτρονικής εξυπηρέτησης. Η winbank έχει βραβευθεί για τις υπηρεσίες της από διακεκριµένους οργανισµούς σε Ελλάδα και εξωτερικό,

15

ενώ

είναι

η

µοναδική

ελληνική

υπηρεσία

ηλεκτρονικής

τραπεζικής

πιστοποιηµένη κατά ISO 9001:2000. Η παρουσία του Οµίλου της Τράπεζας Πειραιώς στο εξωτερικό εστιάζεται στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και Ανατολική Μεσόγειο, παράλληλα µε παρουσία στα µεγάλα χρηµατοοικονοµικά κέντρα του Λονδίνου και της Νέας Υόρκης. Στο τέλος Μαρτίου 2006, ο Όµιλος της Τράπεζας Πειραιώς διέθετε ένα δίκτυο 458 καταστηµάτων (275 στην Ελλάδα και 183 στο εξωτερικό) και ίδια κεφάλαια που διαµορφώθηκαν στα €1.716 εκ. Οι καταθέσεις, τα repos και τα οµόλογα πελατών του Οµίλου έφθασαν τα €14.708 εκ, οι χορηγήσεις τα €17.052 εκ και το σύνολο του ενεργητικού τα €25.187 εκ.

ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑ∆ΑΣ Η Τράπεζα ιδρύθηκε τον Οκτώβριο του 1937 µε κεφάλαια του Μετοχικού Ταµείου Στρατού και µε την αρχική επωνυµία ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΕΤΟΧΙΚΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΑΕ. Εκτελούσε περιορισµένο αριθµό τραπεζικών εργασιών (προεξοφλήσεις µερισµάτων, ενυπόθηκα δάνεια, καταθέσεις) µε συγκεκριµένο πελατολόγιο (στρατιωτικούς και

µερισµατούχους). Τον Σεπτέµβριο του 1966 µετονοµάστηκε σε ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑ∆ΟΣ ΑΕ. Η Τράπεζα την εποχή εκείνη αριθµούσε µόλις 7 καταστήµατα (πέντε στον Ν. Αττικής, ένα στην Θεσσαλονίκη και ένα στην Πάτρα). Τον Ιανουάριο του 1985 έγινε εισαγωγή των µετοχών της Τράπεζας για διαπραγµάτευση στην Κύρια Αγορά του Χ.Α.Α. Σήµερα η Γενική Τράπεζα διαθέτει δίκτυο 109 καταστηµάτων, εκ των οποίων τα 50 είναι εγκατεστηµένα στον Ν. Αττικής. Παράλληλα, για την εξυπηρέτηση των πελατών, 24 ώρες το 24ωρο, λειτουργεί δίκτυο 181 Μηχανηµάτων Αυτόµατης Εξυπηρέτησης (ATMs) εκ των οποίων τα 72 είναι τοποθετηµένα σε σηµεία εκτός δικτύου καταστηµάτων, διευρύνοντας τις δυνατότητες συναλλαγών. Το 2003 εξαγοράστηκε από την Societe Generale.

ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΤΤΙΚΗΣ

16

Η Τράπεζα Αττικής Α.Ε. λειτουργεί ως Ανώνυµη Τραπεζική Εταιρία σύµφωνα µε τις διατάξεις του Ν. 2190/20 περί Ανωνύµων Εταιριών, όπως ισχύει σήµερα, τις διατάξεις του Ν. 2076/92 περί Πιστωτικών Ιδρυµάτων και τις διατάξεις των λοιπών συναφών νοµοθετηµάτων. Η διάρκεια της εταιρίας ορίζεται εκατό χρόνια. Αρχίζει από τη δηµοσίευση του αρχικού καταστατικού ∆ιατάγµατος (5 Φεβρουαρίου 1925) και λήγει την 4η Φεβρουαρίου 2025. Σύµφωνα µε το άρθρο 2 του καταστατικού, σκοπός της εταιρίας είναι η ενέργεια τραπεζικών εργασιών για ίδιο λογαριασµό ή για λογαριασµό άλλων. Η Τράπεζα από το 1964 ανήκε στον Όµιλο Εταιριών της Εµπορικής Τράπεζας και εισήχθη στο Χρηµατιστήριο στις 2-6-1964. Στις 26/6/97 ο Όµιλος Εταιριών Εµπορικής Τράπεζας µεταβίβασε, µέσω του Χ.Α.Α., µέρος των µετοχών που κατείχε, στο ΤΣΜΕ∆Ε και στο Τ.Π.∆ και από την 09/09/2002 µεταβίβασε στο Ταχυδροµικό Ταµιευτήριο τις υπόλοιπες µετοχές που κατείχε. Οι βασικοί Μέτοχοι της Τράπεζας µε στοιχεία Νοεµβρίου 2005 είναι: Το Ταµείο Συντάξεων Μηχανικών - Εργοληπτών - ∆ηµοσίων Έργων (ΤΣΜΕ∆Ε) µε 41,96% των µετοχών Το Ταχυδροµικό Ταµιευτήριο µε 19,10% των µετοχών. Το Ταµείο Παρακαταθηκών και ∆ανείων µε 19,13% των µετοχών

ASPIS BANK Η ASPIS BANK, η πρώτη ιδιωτική στεγαστική τράπεζα στην Ελλάδα, ιδρύθηκε το 1992. Ειδικεύεται στη δηµιουργία, ανάπτυξη και χορήγηση στεγαστικών δανείων για την απόκτηση κύριας ή εξοχικής κατοικίας, αγορά οικοπέδου και επαγγελµατικής στέγης ή βελτίωση και αξιοποίηση ακινήτου. Παράλληλα, παρέχει τραπεζικές υπηρεσίες µε τα καταθετικά προϊόντα της, ενώ δραστηριοποιείται και στη χορήγηση καταναλωτικών δανείων για την αγορά αγαθών διαρκείας, ενώ από τον Ιούλιο 1999 έθεσε σε κυκλοφορία τη

17

δική της πιστωτική κάρτα σε συνεργασία µε τη VISA. Κατά το 2003 – 2004 η τράπεζα προχώρησε σε τιτλοποίηση των απαιτήσεών της. (ΑΣΠΙΣ, 2009)

NOVABANK Η Τράπεζα NovaBank ξεκίνησε τη λειτουργία της το Σεπτέµβριο του 2000, για να αναδειχθεί σήµερα στη νέα δύναµη στον Ελληνικό τραπεζικό χώρο, επιτυγχάνοντας ταχύτατους ρυθµούς ανάπτυξης δικτύου και µεγεθών και εισάγοντας καινοτοµικά τραπεζικά προϊόντα και υπηρεσίες. Σήµερα η NovaBank αριθµεί δίκτυο 102 καταστηµάτων λιανικής τραπεζικής, 3 κέντρων Private Banking και 18 µονάδων Business Banking και Factoring. Παράλληλα, η NovaBank προχώρησε µε την επέκταση των εργασιών της σε διεθνές επίπεδο, µε πρώτο βήµα τη γείτονα χώρα Τουρκία, µε την αναδιάρθρωση της εξαγορασθείσας Τουρκικής τράπεζας Sitebank και την επέκταση του δικτύου της και την επαναλειτουργία της, µε το όνοµα BankEuropa, τον Ιούλιο του 2003. H ΝovaBank είναι η πρώτη τράπεζα παγκοσµίως που άνοιξε τις πόρτες της στο κοινό µε 45 καταστήµατα την ίδια µέρα (21 Σεπτεµβρίου 2000). Για πέµπτη συνεχή χρονιά, το 2005, η NovaBank υπερείχε στον τοµέα της τεχνολογίας και της παροχής υπηρεσιών εναλλακτικών δικτύων. Η Τράπεζα κατέκτησε, το Χρυσό Βραβείο για το Κέντρο Τηλεφωνικής Εξυπηρέτησης NovaLine, σε αναγνώριση των εξαιρετικών υπηρεσιών που προσφέρει µέσω των εναλλακτικών της δικτύων. Η NovaBank είναι µέλος του οµίλου Millennium bcp, που της παρέχει παγκόσµιο βεληνεκές και τεράστια τραπεζική τεχνογνωσία.

HSBC Ο όµιλος HSBC µε έδρα το Λονδίνο εξυπηρετεί περισσότερους από 110 εκατοµµύρια πελάτες σε όλο τον κόσµο, διαθέτει 9.800 γραφεία σε 77 χώρες που εκτείνονται στην Ευρώπη, την Ασιατική περιοχή του Ειρηνικού, τη Βόρεια και Νότια Αµερική, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική. Ιδρύθηκε το 1865 από την Hongkong and Shanghai Banking Corporation Limited για να χρηµατοδοτήσει το εµπόριο µεταξύ Κίνας και Ευρώπης. Είναι ένας από τους 18

µεγαλύτερους τραπεζικούς και χρηµατοοικονοµικούς οµίλους στον κόσµο. Η HSBC λειτουργεί στην Ελλάδα από το 1981 και δραστηριοποιείται µε µεγάλη επιτυχία σε όλο το φάσµα των τραπεζικών εργασιών.

CITIBANK Το Citigroup είναι ο µεγαλύτερος χρηµατοοικονοµικός οργανισµός στον κόσµο που δηµιουργήθηκε από τη συγχώνευση της Citicorp και της Travelers Group το 1998. Στην Ελλάδα άνοιξε το πρώτο της κατάστηµα στο Σύνταγµα το 1964, µε κύριες δραστηριότητες τη χρηµατοδότηση της ναυτιλίας των επιχειρήσεων και των καταναλωτών. Το 2001 η Citibank International plc. µετέχει στον πανευρωπαϊκό οργανισµό και γίνεται η µεγαλύτερη ξένη τράπεζα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

ΜΕΓΑ Η Omega Bank άνοιξε το πρώτο της κατάστηµα στις 19.1.2001 και ως σήµερα έχει 15 καταστήµατα. Στις 26.1.2006 αποφασίστηκε η συγχώνευση της µέγα από την Proton Bank. Ο νέος τραπεζικός όµιλος θα

δραστηριοποιείται σε όλους τους τοµείς της εµπορικής και επενδυτικής τραπεζικής και των επενδυτικών υπηρεσιών και θα διαθέτει δίκτυο 18 καταστηµάτων σε όλη τη χώρα. Επίσης θα δραστηριοποιείται, µέσω θυγατρικών εταιριών, στο χώρο του Asset Management, των ασφαλιστικών υπηρεσιών και του Real Estate.

ΚΥΠΡΟΥ Η τράπεζα Κύπρου ιδρύθηκε το 1899 µε την επωνυµία «Ταµιευτήριο η Λευκωσία». Το 1912 µετονοµάστηκε σε Τράπεζα Κύπρου. Στην Ελλάδα το πρώτο κατάστηµα λειτούργησε το 1991. ∆ραστηριοποιείται σε όλο το φάσµα των τραπεζικών εργασιών, χονδρικής και λιανικής και επιπλέον στον τοµέα των αµοιβαίων κεφαλαίων, του Leasing, του Factoring καθώς και στον τοµέα των ασφαλειών. Εκτός από την Κύπρο και την Ελλάδα η τράπεζα διαθέτει γραφεία αντιπροσωπείας στη Νότιο Αφρική, τη Νέα Υόρκη, τη Μόσχα, στον

19

Καναδά και το Βουκουρέστι. Τέλος το 1996 ίδρυσε τη Bank of Cyprus στα Channel Islands.

1.3

ΤΟ

ΕΛΛΗΝΙΚΟ

ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ

ΣΥΣΤΗΜΑ

ΣΤΟ

ΝΕΟ

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ
Ο ρόλος των Τραπεζών καθίσταται ιδιαίτερα σηµαντικός στο σύγχρονο χρηµατοοικονοµικό περιβάλλον. Αυτό οφείλετε στο γεγονός ότι οι Τράπεζες δεν δρουν πλέον µόνο ως παραδοσιακοί διαµεσολαβητές µεταξύ

πλεονασµατικών και ελλειµµατικών µονάδων µε απώτερο στόχο την εξοµάλυνση στην κατανοµή εισοδηµάτων και επενδύσεων νοικοκυριών και επιχειρήσεων υπό καθεστώς ατελών αγορών και ασύµµετρης πληροφόρησης. Επιπρόσθετα, επιτελούν µια σειρά από διακριτές λειτουργίες, όπως είναι η λειτουργία του συστήµατος πληρωµών, η διαχείριση κινδύνων, η

παρακολούθηση οφειλετών, και η επεξεργασία πληροφοριών. Οι Τράπεζες έχουν µετατραπεί σε σύνθετους οργανισµούς παροχής χρηµατοοικονοµικών υπηρεσιών. Προκειµένου ο τραπεζικός τοµέας να διατηρήσει το πολύπλοκα ρόλο του που το αποδίδεται θα πρέπει να ανταποκριθεί εγκαίρως και επιτυχώς στις οικονοµικές, τεχνολογικές και θεσµικές προκλήσεις των καιρών. Τα βασικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν το ελληνικό τραπεζικό σύστηµα τα τελευταία χρόνια είναι: (Γκόρτσος, 2006, σελ. 66) Η ταχεία πιστωτική επέκταση κυρίως στους τοµείς της λιανικής Τραπεζικής. σύµφωνα µε τα τελευταία διαθέσιµα στοιχεία από την Τράπεζα της Ελλάδας, η συνολική χρηµατοδότηση επιχειρήσεων και νοικοκυριών από τα εγχώρια τραπεζικά ιδρύµατα υπερδιπλασιάστηκε την τελευταία εξαετία ,και ανήλθε στα €144,6 δις. Τον Απρίλιο του 2006 από €59,3 δις. τον ∆εκέµβριο του 2000.Παράλληλα ο συνολικός δανεισµός των νοικοκυριών ανήλθε στο 38% του ονοµατικού ΑΕΠ το ∆εκέµβριο του 2005,από 14% το ∆εκέµβριο του 2000.Έτσι τα δάνεια προς τα νοικοκυριά αποτελούν πλέον το 4% των συνολικών χορηγήσεων, έναντι 29% στο τέλος του 2000.

20

Η διεύρυνση της γκάµας των προσφερόµενων προϊόντων. Τα τελευταία χρόνια τα τραπεζικά προϊόντα είναι ιδιαίτερα εξειδικευµένα, πρωτότυπα ευέλικτα και προσαρµόζονται ολοένα και περισσότερο στις σύγχρονες ,και διευρυνόµενες ανάγκες των καταναλωτών. Στην δηµιουργία και διάχυση των νέων προϊόντων, εκτός των εναλλακτικών δικτύων διανοµής, σηµαντική είναι η συµβολή των διαρκώς

εξελισσόµενων συστηµάτων αξιολόγησης πελατών, η ενοποίηση (Γλύκας Γ., 2006, σελ. 98) διαφορετικών συστηµάτων πληροφόρησης (data warehouse)και η αξιοποίηση των εργαλείων χρηµατοοικονοµικής µηχανικής. Η µεταβολή στο ιδιοκτησιακό καθεστώς των Τραπεζών, η εγκατάσταση και έναρξη λειτουργίας νέων τραπεζικών ιδρυµάτων και η πραγµατοποίηση εγχώριων εξαγορών και συγχωνεύσεων. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σηµαντική µείωση του µεριδίου αγοράς που κατέχουν τα πιστωτικά ιδρύµατα που ελέγχονται άµεσα ή έµµεσα από το δηµόσιο. Αυτή η διαπίστωση αντανακλά την εφαρµοζόµενη πολιτική ιδιωτικοποιήσεων στο χώρο των Τραπεζών, σε συνδυασµό µε την στρατηγική επέκτασης που ακολουθούν πολλές Τράπεζες του ιδιωτικού τοµέα. Παράλληλα νέες Τράπεζες

δηµιουργήθηκαν µε επίκεντρο της δραστηριότητα τους την λιανική τραπεζική, ενώ ιδιαίτερα µετά τα πρώτο µισό της προηγούµενης δεκαετίας, πραγµατοποιήθηκαν και αρκετές εγχώριες εξαγορές και συγχωνεύσεις µε βασικό στοιχείο την επίτευξη οικονοµιών κλίµακας κα φάσµατος. Η επέκταση των Ελληνικών Τραπεζών στις χώρες της Ν.Α Ευρώπης είτε οργανικά είτε µέσω εξαγορών και στην συγχωνεύσεων. επιλογή αυτή: Τρεις α)οι

παράγοντες

συνέβαλαν

καθοριστικά

σηµαντικές οικονοµικές µεταρρυθµίσεις που πραγµατοποιήθηκαν στην περιοχή της Ν.Α Ευρώπης και συνετέλεσαν στην εξυγίανση των τραπεζικών τους συστηµάτων. β)η επέκταση των ελληνικών

επιχειρήσεων προς τις βαλκανικές χώρες και γ)τα µεγάλα περιθώρια πιστωτικής επέκτασης κυρίως σε εργασίες λιανικής τραπεζικής

21

Ενδεικτικά αναφέρεται ότι ο µέσος όρος ενεργητικού προς ΑΕΠ στα Βαλκάνια προσεγγίζει το 50%, όταν το αντίστοιχο ποσοστό στην Ελλάδα υπερβαίνει το 150%. (2005:152,6%)Έτσι σήµερα υπάρχει σε λειτουργία ένα δίκτυο από 76 θυγατρικές και καταστήµατα ελληνικών τραπεζών στις χώρες της Ν.Α Ευρώπης ,µε το ποσοστό συµµετοχής των ακαθάριστων εσόδων από τις δραστηριότητες εκεί να προσεγγίζει το 7,5%. Προκειµένου οι Τράπεζες να ανταποκριθούν στις ανταγωνιστικές πιέσεις του διεθνώς στερεώµατος πρέπει να επιδιώξουν την καλύτερη εξυπηρέτηση των πελατών τους µε το µικρότερο δυνατό κόστος. Αυτό µπορεί να επιτευχθεί µε την αναδιοργάνωση των δικτύων διανοµής τους, µε την χρήση νέων τεχνολογιών µε την αναδιοργάνωση των δικτύων διανοµής τους, µε την χρήση νέων τεχνολογιών και συστηµάτων, την κατάρτιση των στελεχών τους και φυσικά µε τον εξορθολογισµό του λειτουργικού κόστους. Έτσι οι ελληνικές Τράπεζες θα γίνουν πιο ανταγωνιστικές χωρίς να χρειάζεται να καταφεύγουν σε υψηλά επιτόκια για την απορρόφηση κερδών. (∆ελτίο Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών-2003) Η µεταβολή στη δοµή και µορφολογία των λειτουργικών εσόδων των Τραπεζών. Η ταχεία πιστωτική επέκταση είχε ως αποτέλεσµα η οργανική κερδοφορία των Τραπεζών να βασίζεται ολοένα και περισσότερο στις τοκοφόρες δραστηριότητες τους, στοιχείο που ενισχύει που ενισχύει την σταθερότητα και την ποιοτική σύνθεση των εσόδων. Έτσι τα καθαρά έσοδα από τόκους αποτελούν το 75% των συνολικών λειτουργικών εσόδων στο τέλος του 2005,έναντι 55% το 2000και 44% το 1990 (Τράπεζα της Ελλάδος και ΟΟΣΑ) Έτσι το καθαρό περιθώριο επιτοκίου διαµορφώθηκε στο 2,8% το 2005 σε επίπεδα υπερδιπλάσια του µέσου ευρωπαϊκού όρου. Αντίστοιχα τα έσοδα από λοιπές εργασίες µειώθηκαν σηµαντικά και αποτελούν πλέον το 0,9% του µέσου ενεργητικού έναντι 2,1% το 2000 και 2,2% το 1990.Τα καθαρά έσοδα από προµήθειες αποτελούν τη σηµαντικότερη πηγή των µη τοκοφόρων εργασιών ,κυρίως λόγω της ενίσχυσης των

22

προµηθειών που αντλούνται από τις παραδοσιακές τραπεζικές εργασίες. Αυτές οι εξελίξεις στο Ελληνικό τραπεζικό σύστηµα, όπως θα δούµε και στο επόµενο κεφάλαιο, έχουν ενισχύσει το επίπεδο ανταγωνισµού. Αυτό το νέο περιβάλλον λειτουργίας των πιστωτικών ιδρυµάτων εκτός από ευκαιρίες αναδεικνύει και µια σειρά προκλήσεων για τις Τράπεζες και τους φορείς που εµπλέκονται στη λειτουργία του χρηµατοοικονοµικού συστήµατος.

1.4 ΑΝΤΑΓ ΝΙΣΜΟΣ
Ο ανταγωνισµός των τραπεζών έχει αυξηθεί ιδιαίτερα στον τοµέα των ιδιωτών, µε τις τράπεζες να προωθούν τα τελευταία χρόνια κατά προτεραιότητα την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων τους στο τοµέα της λιανικής τραπεζικής, επιδιώκοντας την αύξηση των περιθωρίων των καθαρών εσόδων τους από τόκους. Αυτό είχε επίσης σαν αποτέλεσµα την αυξηµένη διείσδυση των τραπεζών στο τοµέα αυτό, µέσα από την ανάπτυξη των συστηµάτων παροχής στεγαστικής και καταναλωτικής πίστης, που συµβάλλει στην εκµετάλλευση των οικονοµιών κλίµακας που υπάρχουν και αποτελούν σύµφωνα µε εµπειρικές µελέτες τη πιο διαδεδοµένη πηγή δυνητικών κερδών, αλλά και στη σταδιακή µείωση του λειτουργικού τους κόστους. Ο ανταγωνισµός των τραπεζών εντείνεται συνεχώς, µε την επιδίωξη της κάθε τράπεζας για µεγαλύτερη επέκταση των µεριδίων της στη λιανική τραπεζική. Οι συνθήκες του ανταγωνισµού στην Ελλάδα βελτιώθηκαν από τα µέσα της δεκαετίας του 1990, όπου σηµειώθηκαν δραστικές αλλαγές στη διάρθρωση του χρηµατοοικονοµικού συστήµατος εξαγορές, συγχωνεύσεις, µεγάλες αναδιαρθρώσεις, µε σταδιακή απαλλαγή από τον κρατικό

προστατευτισµό, διοικητικές και οργανωτικές µεταρρυθµίσεις των οικονοµικών ιδρυµάτων µε την ιδιωτικοποίηση τραπεζών και ενίσχυση της τραπεζικής αποδιαµεσολάβησης που δηµιούργησαν νέα δεδοµένα στην αγορά: δηµιουργήθηκαν σύγχρονοι τραπεζικοί όµιλοι που λειτουργούν σε έντονο ανταγωνιστικό περιβάλλον ευρωπαϊκής εµβέλειας. Τα νέα τραπεζικά σχήµατα προχώρησαν σε εκτεταµένες επενδύσεις στην 23

τεχνολογία και εισήγαγαν στην αγορά σύγχρονα χρηµατοοικονοµικά προϊόντα. Υψηλοί ρυθµοί πιστωτικής επέκτασης, ιδιαίτερα στον τοµέα των ιδιωτών, όπως αναφερθήκαµε, µε εξελιγµένα και πιο πολύπλοκα προϊόντα και υπηρεσίες. Η παρουσία στη Βαλκανική δίνει έµφαση στη λιανική τραπεζική, αφού αφορά παρθένες αγορές και έχουν µεγάλα περιθώρια κέρδους. ∆υναµική επέκταση και στα Βαλκάνια µε έκθεση τους σε πιο σύνθετους χρηµατοοικονοµικούς κινδύνους τους οποίους καλούνται να

αντιµετωπίζουν µε µεγαλύτερη δυνατή αποτελεσµατικότητα. Μέσα σε αυτή τη δίνη του ανταγωνισµού, η µάχη για τη κερδοφορία των τραπεζών θα κριθεί σε τρία µέτωπα: Βελτιωµένη τεχνολογία Αποτελεσµατική χρήση της πληροφόρησης Ικανότητα πρόσληψης, εκπαίδευσης και παρακίνησης του

προσωπικού που έρχεται σε επαφή µε το κοινό. Οι επιθετικότερες πρωτοβουλίες, µε αιχµή την ελκυστικότερη

τιµολόγηση, προέρχονται από µικρότερα πιστωτικά ιδρύµατα και τράπεζες του δηµοσίου, ενώ ξένες τράπεζες µε παρουσία στην Ελλάδα δεν έχουν δείξει πλήρως τη δύναµή τους. Το Ταχυδροµικό Ταµιευτήριο και δευτερευόντως η Αγροτική είναι από τους κερδισµένους, ενώ η Εµπορική µε τη στήριξη της Credit Agricole απεκατέστησε το µερίδιό της στο επίπεδο του 2004. Οι προσφορές φαίνονται αποτελεσµατικότερες στην προσέλκυση πελατών στα καταναλωτικά δάνεια, την ίδια στιγµή όµως στοιχεία όπως το δίκτυο και η γνώση του retail παίζουν σηµαντικότατο ρόλο. Μικρότερες τράπεζες που λανσάρισαν ιδιαιτέρως ελκυστικά προϊόντα δεν κατάφεραν να

κεφαλαιοποιήσουν σε µερίδιο το επικοινωνιακό αντίκτυπο που είχαν οι προσφορές τους. Αυτό που τονίζουν οι γνώστες της αγοράς είναι ότι η πολιτική ιδιαίτερα ελκυστικών επιτοκίων και χαµηλών περιθωρίων επιτοκίου –spreads- δεν µπορεί να ισχύσει σε µόνιµη βάση. Πρόκειται για πρακτική που έχει συγκεκριµένα όρια καθώς ένας τραπεζικός όµιλος υφίσταται συνεχή πίεση των επενδυτών του. H διατηρησιµότητα των εγχώριων spreads σε επίπεδο 24

καλύτερο των λοιπών ευρωπαϊκών τραπεζών είναι από τα στοιχεία που αναδεικνύουν αναλυτές και θεσµικοί. Η τάση συρρίκνωσης είναι εύλογη εξέλιξη αλλά οι ελληνικές τράπεζες κινούνται ακόµη πάνω από τα ευρωπαϊκά δεδοµένα και έχουν κατορθώσει να κρατήσουν σταθερό το ρυθµό µείωσης των περιθωρίων. Είναι ευκολότερο για τους «µικρότερους» να κάνουν εντυπωσιακές κινήσεις καθώς η βάση εκκίνησής τους είναι χαµηλή και οι πρωτοβουλίες δεν θα έχουν εκ των πραγµάτων µεγάλη έκταση. Οι µικρότερες τράπεζες φαίνεται να αποσπούν µερίδια κυρίως από την Εθνική, η οποία δεν εφησυχάζει, ενώ οι επόµενοι της κατάταξης, Alpha Bank και Eurobank, λειτουργούν µε στόχο τη διατήρηση των µεριδίων αλλά και της κερδοφορίας ώστε οι κινήσεις τους περιέχουν πιο λελογισµένο ρίσκο. Η κατάταξη στην πρώτη πεντάδα παραµένει η ίδια, ενώ το Ταχυδροµικό Ταµιευτήριο και η Αγροτική Τράπεζα είδαν την πολιτική προσφορών και χαµηλότερης τιµολόγησης να αποτυπώνεται σε κέρδη επί του µεριδίου αγοράς. Αντιθέτως, για άλλες τράπεζες µικρότερου µεγέθους, κάποιες εντυπωσιακές πρωτοβουλίες δεν είχαν αντίκρισµα, κάτι που αποδεικνύει πόσο µετράει η έλλειψη δικτύου και επικεντρωµένης αντιµετώπισης της λιανικής τραπεζικής. Οι πέντε µεγαλύτερες τράπεζες έχουν συνολικά µερίδιο της τάξης του 70% στην αγορά στεγαστικής πίστης που υπερβαίνει σε υπόλοιπα τα 57 δισ. ευρώ µε στοιχεία του τέλους του 2006. Πρόκειται για µερίδιο σταθερό την τελευταία διετία ενώ µειούµενο βαίνει το συνολικό µερίδιο των πέντε στην καταναλωτική πίστη και διαµορφώθηκε στο τέλος του προηγούµενου έτους σε 76,6% από 83,5% στο τέλος του 2004. Η εικόνα των µεριδίων στην στεγαστική πίστη παρουσιάζεται πιο σταθερή, µε µικρές επιµέρους διαφοροποιήσεις και µόνη σηµαντική εξέλιξη την απώλεια µίας ποσοστιαίας µονάδας από την Εθνική. Στην καταναλωτική πίστη, οι προσφορές έχουν προκαλέσει κινητικότητα στα µερίδια. Η τάση της αγοράς διαφοροποιείται ανάλογα µε το είδος των προϊόντων καταναλωτικής πίστης. Στις κάρτες, διαπιστώνεται σχεδόν µηδενική αύξηση υπολοίπων, η οποία εξηγείται από τη µετατόπιση των καταναλωτών σε λιγότερο ακριβό δανεισµό. Οι πιστωτικές κάρτες που χρησιµοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια ως µέσο δανεισµού αντικαταστάθηκαν από επισκευαστικά δάνεια, τα οποία 25

λαµβάνονται για καταναλωτικούς σκοπούς καθώς και από ανοικτά δάνεια και µεταφορές υπολοίπων.(Ναυτεµπορική, 2007).

1.5 ΜΕΡΙ∆ΙΑ ΑΓΟΡΑΣ
Οι παρακάτω κατηγορίες και ειδικότερα όλες οι επιµέρους υποκατηγορίες προϊόντων και υπηρεσιών παρέχονται από όλα τα Τραπεζικά ιδρύµατα που διαθέτουν υποκαταστήµατα στον ελληνικό χώρο. Εντούτοις η κάθε Τράπεζα παρουσιάζει διαφορετικό µερίδιο αγοράς για κάθε

προσφερόµενο προϊόν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Με δεδοµένα του πρώτου εννιαµήνου του 2007, στις κατηγορίες προϊόντων παρουσιάζονται τα εξής στοιχεία: (Γεωργιάδης Ν.Η, 2005) Πειραιώς: 16% Eurobank: 41% ALPHA: 11% Εµπορική: 8% ΕΤΕ: 24%

Παρατηρούµαι ότι ο ηγέτης της κατηγορίας είναι η EUROBANK µε ποσοστό που αγγίζει το 41% (9.951 εκ ) ενώ ακολουθεί η ΕΘΝΙΚΗ µε 24% (5,866 εκ) µε τρίτη την ΠΕΙΡΑΙ Σ 16% (4.48 εκ) αντίστοιχα Πειραιώς: 11% Eurobank: 21% ALPHA: 19% Εµπορική: 13% ΕΤΕ: 36% Στην στεγαστική πίστη παρατηρούµε την ΕΤΕ να έχει το προβάδισµα µε 36% (18.183 εκ) ενώ ακολουθεί η EUROBANK µε 21% (10.266 εκ ) ενώ πολύ κοντά είναι και η τρίτη ALFHA µε 19% (9.421εκ )

26

Με πιο πρόσφατα στοιχεία οι συνολικές καταθέσεις ,οι χορηγήσεις, τα ίδια κεφάλαια των πέντε µεγαλύτερων Τραπεζών που δραστηριοποιούνται στον Ελλαδικό χώρο διαµορφώνονται ως εξής: Πειραιώς: 17% Eurobank: 19% ALPHA: 19% Εµπορική: 10% ΕΤΕ: 36%

Ο «ηγέτης» στο χώρο των καταθέσεων εµφανίζεται να είναι η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος µε σύνολο καταθέσεων 57 δις € που αντιστοιχεί σε ποσοστό (35%). Ακολουθεί η Eurobank µε υπόλοιπα καταθέσεων 32.400 δις € και ποσοστό 19%, και οριακά πίσω η Alphabank µε 32,342 δις και ποσοστό 19%. Στον τοµέα των χορηγήσεων, πάλι η Εθνική Τράπεζα εµφανίζεται πρώτη µε 50 δις € και ποσοστό 28%,µε την Eurobank να ακολουθεί µε 43 δις € και ποσοστό 24%, και την Alphabank µε ύψος χορηγήσεων 40δις € ποσοστό 22%. Πειραιώς: 16% Eurobank: 24% ALPHA: 22% Εµπορική: 10% ΕΤΕ: 28% Ενδιαφέρον παρουσιάζει η µεγάλη διαφορά Ιδίων Κεφαλαίων των τεσσάρων µεγαλύτερων Τραπεζών του κλάδου από αυτήν που τις ακολουθεί δηλ την Εµπορική.

Πειραιώς: 512,1 Eurobank: 633 ALPHA: 669,7 Εµπορική: 573,8 ΕΤΕ: 1.313 27

Τελειώνοντας την µελέτη των βασικών οικονοµικών µεγεθών των «πέντε µεγαλύτερων Τραπεζών του κλάδου διαπιστώνουµε για άλλη µια φορά Εθνική, Eurobank, Alphabank έρχονται πρώτες στην κατάταξη. Αναλυτικότερα η Εθνική διατηρεί την πρώτη θέση µε καθαρά κέρδη 1313 εκ.€, ακολουθεί η Alphabank µε 669εκ.€,και η Eurobank µε 633εκ.€ Ενώ η Alphabank σε όλα τα υπόλοιπα µεγέθη βρίσκεται χαµηλότερα, από την Eurobank πετυχαίνει µεγαλύτερη συνολική κερδοφορία από την τελευταία. Τις αιτίες µπορεί να τις αναζητήσει κανείς τόσο στα προαναφερθέντα µερίδια αγοράς, σε

Καταναλωτική, Στεγαστική Πίστη, όσο στην στρατηγική που ακολουθεί ο κάθε Όµιλος σχετικά µε την µείωση του κόστους ,την επίτευξη οικονοµιών κλίµακας, τη δηµιουργία καινοτοµιών, την ανάληψη κινδύνου, την αξιοποίηση του Ανθρώπινου ∆υναµικού. (Στρατηγοπούλου, 2007)

28

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ∆ΕΥΤΕΡΟ: Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ Τ Ν ΤΡΑΠΕΖ Ν
2.1 ΠΡΟΙΟΝΤΑ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ
Μετά τα όσα έχουν αναφερθεί στο πρώτο κεφάλαιο γίνεται φανερή η έντονη ύπαρξη ανταγωνισµού στην Ελληνική τραπεζική αγορά. Κάθε Τραπεζικός Όµιλος προσπαθεί να εισάγει νέους τρόπους που θα

εξασφαλίσουν αυξηµένη κερδοφορία, προβολή και µεγαλύτερο µερίδιο αγοράς. Η ραγδαία τεχνολογική ανάπτυξη αλλά και η µερική απελευθέρωση του τραπεζικού συστήµατος το 1987 µετέτρεψε τις Τράπεζες σε Οργανισµούς παροχής σύνθετων και πολύπλοκων χρηµατοοικονοµικών υπηρεσιών.

Παρήλθε πλέον εντελώς η εποχή όπου οι µόνες υπηρεσίες τις οποίες παρείχαν τα Τραπεζικά ιδρύµατα ήταν η αποδοχή των καταθέσεων, η χορήγηση δανείων και η µετατροπή συναλλάγµατος τόσο σε ιδιώτες όσο και για επιχειρήσεις (εισαγωγές -εξαγωγές- πιστώσεις).Με την εισαγωγή του ευρώ το 2001 στην Ελλάδα, οι προµήθειες από τέτοιου είδους συναλλαγές εκµηδενίστηκαν για τις Τράπεζες µε συνέπεια η κερδοφορία να µειώνεται όλο και περισσότερο. Τα σύγχρονα πλέον προϊόντα και υπηρεσίες που προσφέρονται από κάθε Τραπεζικό Ίδρυµα, ιδιωτικό, δηµόσιο, ποικίλλουν από απλές καταθέσεις σε ευρώ ή σε ξένα νοµίσµατα µέχρι υπηρεσίες όπως η αυτόµατη τροφοδότηση µονάδων σε καρτοτηλέφωνο κινητής τηλεφωνίας. Ειδικότερα όλες οι τράπεζες έχουν κατατάξει τις δραστηριότητες τους σε τρεις µεγάλες κατηγορίες ανάλογα µε το είδος του πελάτη-στόχου. Η πρώτη και µεγαλύτερης εστίασης κατηγορίας είναι αυτή του Retail Banking. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν όλα τα προϊόντα και οι υπηρεσίες τα οποία απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες. Τέτοια προϊόντα είναι: Καταθέσεις Ταµιευτηρίου, Όψεως, Τρεχούµενου Λογαριασµού Καταναλωτικά ∆άνεια& Overdrafts1 Χορήγηση Καρνέ Επιταγών Πιστωτικές Κάρτες Στεγαστικά ∆άνεια 29

Επιχειρηµατικά ∆άνεια για µικρές επιχειρήσεις Προθεσµιακές Καταθέσεις Υπηρεσίες ∆ιαδικτύου(Ε-banking, m-banking) Υπηρεσίες Συναλλάγµατος Πάγιες Εντολές πληρωµών λογαριασµών Υπηρεσίες ∆ιαχείρισης Μισθοδοσίας Τη δεύτερη κατηγορία αποτελεί το Wholesale Banking, η οποία καλύπτει όλο το φάσµα των προσφερόµενων υπηρεσιών και προϊόντων προς τις επιχειρήσεις (συνήθως µεγάλες επιχειρήσεις οι οποίες διαχωρίζονται λόγω του µεγέθους του κύκλου εργασιών τους)

Τέτοια προϊόντα και υπηρεσίες είναι: Επιχειρηµατικά δάνεια Εισαγωγές -Εξαγωγές-Πιστώσεις Ειδικές Υπηρεσίες Συναλλάγµατος Προϊόντα Κεφαλαιαγοράς ∆ιαχείριση ∆ιαθεσίµων & Θεσµικών Κεφαλαίων Υπηρεσίες ∆ιαδικτύου ∆ιαχείριση Μισθοδοσίας

Private Banking (To Private Banking είναι συνήθως κάποιο τµήµα της Τράπεζας το οποίο ασχολείται µε την παροχή εξειδικευµένων επενδυτικών συµβουλών προς τους πιο «εύπορους» πελάτες της Τράπεζας µε εξαιρετικές απαιτήσεις. Το τµήµα αυτό, συνεργάζεται και παρέχει συµβουλές και σε ιδιώτες πελάτες τέτοιου µεγέθους αλλά είθισται να ανήκει στο Wholesale Banking καθώς οι πελάτες αυτοί χρίζουν ειδικής µεταχείρισης.)

Η τρίτη κατηγορία ανήκει στα προϊόντα και στις υπηρεσίες τα οποία παρέχουν οι Τράπεζες µέσω συνεργαζόµενων-θυγατρικών εταιρειών όπως είναι αυτές οι υπηρεσίες: (Παυλίδης, 2000, σελ. 198) Leasing

30

Factoring Real Estate Αµοιβαία Κεφάλαια Χρηµατιστηριακές Συναλλαγές Ασφαλιστικά Προϊόντα

2.2 ∆ΙΑΦΟΡΕΣ ΠΡΟΙΟΝΤ Ν ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙ Ν
Ο διαχωρισµός της έννοιας «προϊόν» και της έννοιας «υπηρεσίας» είναι πραγµατικά δύσκολος. ς προϊόν ορίζεται ένα εµπράγµατο αγαθό από

του οποίου την κατανάλωση ο πελάτης λαµβάνει το όφελος, χωρίς οποιαδήποτε προστιθέµενη αξία από την υπηρεσία που το συνοδεύει. Ταυτόχρονα η έννοια υπηρεσία υποθέτει ότι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο «αγαθού» στην υπηρεσία που λαµβάνει ο καταναλωτής. Στην πραγµατικότητα ωστόσο οι περισσότερες επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών συνδυάζουν όλο και περισσότερο την παροχή των υπηρεσιών τους µε κάποια αγαθά., Ταυτόχρονα οι επιχειρήσεις µεταποίησης προσφέρουν στους πελάτες τους πακέτα υπηρεσιών, ώστε να µπορέσουν να διαφοροποιήσουν τα προϊόντα τους από αυτά των ανταγωνιστών τους.(Σµιώκος, 2000, σελ. 65) Η ιδιαιτερότητα των υπηρεσιών έναντι των προϊόντων, βιοµηχανικά ή καταναλωτικά έγκειται στα εξής: Άυλη φύση: Ένα βασικό χαρακτηριστικό που διαφοροποιεί τα προϊόντα από τις υπηρεσίες είναι η αύλη φύση που χαρακτηρίζει τις υπηρεσίες .Αυτό σηµαίνει ότι οι υπηρεσίες αποτελούν στην ουσία συγκεκριµένες επιδόσεις σε µια προσπάθεια, στερούνται δε την υλική υπόσταση που έχει κάποιο αγαθό. Το χαρακτηριστικό της άυλης φύσης είναι το σηµαντικότερο

χαρακτηριστικό των υπηρεσιών, καθώς εξαιτίας αυτού προκύπτουν για τις υπηρεσίες µια σειρά από προβλήµατα ,καθώς και κάποια από τα υπόλοιπα βασικά χαρακτηριστικά των υπηρεσιών. Τα σηµαντικότερα προβλήµατα που συνδέονται µε την αύλη φύση µιας υπηρεσίας σχετίζονται µε την δυσκολία επικοινωνίας µε την αγορά στόχο ,ειδικά όσον αφορά στα οφέλη που µπορούν να περιµένουν οι αγοραστές της συγκεκριµένης υπηρεσίας συγκριτικά µε εκείνο που προσφέρουν οι ανταγωνιστές της επιχείρησης . 31

Οι αντικειµενικές δυσκολίες που αντιµετωπίζουν οι επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών στην επικοινωνία τους µε τις αγορές που τους ενδιαφέρουν είναι δυνατόν να αντιµετωπιστούν .Ένας βασικός τρόπος επικοινωνίας είναι η προσωπική επικοινωνία (face-to-face) .Αν και όλες οι επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών έχουν κάποιο επικοινωνιακό

προϋπολογισµό, ο οποίος χρησιµοποιείται για την εκτύπωση φυλλαδίων και προσωπικών καρτών ,την αγορά τηλεοπτικού χρόνου και την ανάληψη χορηγιών, ωστόσο λόγω ακριβώς της άυλης φύσης των υπηρεσιών, η προσωπική επικοινωνία είναι πλέον αποτελεσµατική µορφή επικοινωνίας. Ο δεύτερος τρόπος προσωπικής επικοινωνίας είναι αυτός που αναπτύσσεται µεταξύ των πελατών της επιχείρησης, και των εργαζοµένων σε αυτήν, ειδικά εκείνων που έχουν ρόλο επαφής, δηλαδή των εργαζοµένων «πρώτης γραµµής».Οι πελάτες έρχονται σε άµεση επαφή µε τους εργαζόµενους της επιχείρησης, συχνά µάλιστα στους χώρους της επιχείρησης, είτε για να εξυπηρετηθούν, είτε για να αντλήσουν πληροφορίες. Οι εργαζόµενοι λοιπόν εκτός από την εξυπηρέτηση των πελατών και την παροχή τα υπηρεσίας έχουν να παίξουν ταυτόχρονα και έναν επικοινωνιακό ρόλο που πρακτικά δεν διαφέρει πολύ από την πώληση που κάνει ένας πωλητής. Βασικός τρόπος όµως επικοινωνίας είναι µέσα από τα χειροπιαστά στοιχεία που πλαισιώνουν µια υπηρεσία. ς χειροπιαστό εννοούµε κάθε υλικό

στοιχείο που η επιχείρηση χρησιµοποιεί παρέχοντας την υπηρεσία. Τέτοια υλικά στοιχεία µπορεί να είναι έπιπλα στους χώρους υποδοχής και τα χρώµατα των τοίχων, µέχρι και η ποιότητα χαρτιού στο οποίο εκτυπώνεται η έγγραφη επικοινωνία µε τους πελάτες. Τα στοιχεία αυτά αποτελούν εργαλεία συµβολικής επικοινωνίας ,η οποία επιτρέπει στην επιχείρηση να περάσει στην επιχείρηση συγκεκριµένα µηνύµατα σχετικά µε την υπηρεσία που προσφέρει.

Το χαρακτηριστικό της ετερογένειας: Το συγκεκριµένο χαρακτηριστικό σηµαίνει ότι η επιχείρηση παροχής υπηρεσιών αδυνατεί να συστηµατοποιήσει το επίπεδο των παρεχόµενων υπηρεσιών. (Γούναρης Σ., 2003) Καθώς οι εργαζόµενοι σε ρόλο επαφής έρχονται σε άµεση επικοινωνία µε τον πελάτη προκειµένου να τον εξυπηρετήσουν, το αποτέλεσµα όλης της προσπάθειας της επιχείρησης παροχής υπηρεσιών εξαρτάται από την 32

επιτυχηµένη ή όχι συµπεριφορά του εργαζόµενου κατά την στιγµή της εξυπηρέτησης του πελάτη και από την µεταξύ τους επαφή. Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, καθώς οι εργαζόµενοι είναι άνθρωποι, είναι πραγµατικά δύσκολο έως και αδύνατο να επιτευχθεί η ίδια απολύτως συµπεριφορά, τόσο µεταξύ των εργαζοµένων στην ίδια επιχείρηση όσο και από έναν εργαζόµενο σε διαφορετικές χρονικές στιγµές στη διάρκεια της ηµέρας, αφού η κόπωση η άλλες προσωπικές αιτίες µπορεί να οδηγήσουν σε διαφοροποίηση

συµπεριφοράς του απέναντι στον πελάτη. Μια ενέργεια για να αντιµετωπίσει το συγκεκριµένο πρόβληµα µια επιχείρηση παροχής υπηρεσιών, είναι να προσπαθήσει µέσα από µια συστηµατική εκπαίδευση του προσωπικού επαφής, να ελέγξει όσο καλύτερα µπορεί τουλάχιστον εκείνες τις πλευρές του ανθρώπινου παράγοντα που υπεισέρχονται στη διαδικασία παροχής µιας υπηρεσίας και τις οποίες έχει υπό την εποπτεία της. Βεβαίως η ενέργεια αυτή δεν καταργεί το πρόβληµα, αλλά είναι σίγουρα προς την σωστή κατεύθυνση.

Αδυναµία αποθήκευσης: Ένα άλλο πρόβληµα το οποίο συνδέεται άµεσα µε την άυλη φύση της υπηρεσίας είναι αυτό της αδυναµίας αποθήκευσης των υπηρεσιών. Ακριβώς επειδή οι υπηρεσίες είναι άυλες η επιχείρηση παροχής υπηρεσιών δεν είναι σε θέση να «αποθηκεύσει» υπηρεσίες. Οι συνέπειες του συγκεκριµένου προβλήµατος σχετίζονται καταρχήν µε θέµατα διοίκησης της δυναµικότητας παροχής υπηρεσιών µιας επιχείρησης που προσφέρει υπηρεσίες. Οι Τράπεζες αντιµετωπίζουν το εξής πρόβληµα. Οι συναλλαγές µε το κοινό είναι αυξηµένες 08:00 -09:30π.µ., µειώνονται σηµαντικά µεταξύ 09:30 και 10:30 και αυξάνονται δραµατικά µεταξύ 10:30 και 12:30π.µ..Λόγω της άυλης φύσης και της αδυναµίας αποθήκευσης των υπηρεσιών, η τράπεζα δεν µπορεί να «δηµιουργήσει υπηρεσίες» στο διάστηµα 09:30 και 10:30 που αντιµετωπίζει µειωµένη ζήτηση, ώστε να αντεπεξέλθει καλύτερα στην περίοδο µεταξύ 10:30 και 12:30π.µ που έχει την κορύφωση της ζήτησης. Το γεγονός αυτό φέρνει στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών µπροστά στο δίληµµα του αυξηµένου κόστους και της χαµηλής

αποτελεσµατικότητας της παραγωγικής δυναµικότητας κατά τις ώρες µη

33

αιχµής, αλλά µε καλύτερη δυνατότητα εξυπηρέτησης των πελατών ή το αντίθετο. Για να αντιµετωπίσουν την αδυναµία αποθήκευσης οι επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών, είναι να µετακυλήσουν χρονικά την εκδήλωση της ζήτησης ώστε να οµαλοποιήσουν την εκδήλωση της ζήτησης, ώστε να οµαλοποιήσουν την εκδήλωση της βάσει της παραγωγικής τους δυναµικότητας να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. στόσο µια τέτοια

προσπάθεια δεν είναι πάντα επιτυχηµένη, αφού µπορεί για αντικειµενικούς πιθανούς λόγους, να µην είναι εφικτό οι πελάτες της επιχείρησης να συµµορφωθούν µε τις προσπάθειες και τις επιδιώξεις της. Για αρκετές επιχειρήσεις η ψηφιακή τεχνολογία µπορεί να δώσει λύσεις στο πρόβληµα της αδυναµίας αποθήκευσης της υπηρεσίας, καθιστώντας δυνατή τη λειτουργία της επιχείρησης σε συνεχή 24ωρη βάση.

Το χαρακτηριστικό της αδιαιρετότητας: Λέγοντας αδιαιρετότητα εννοούµε την αδυναµία διαχωρισµού: Της παραγωγής µιας υπηρεσίας από τον τόπο κατανάλωσης της. Της παραγωγής της υπηρεσίας από την συµµετοχή του καταναλωτή στην παραγωγή. Των εµπειριών των υπολοίπων καταναλωτών που παρευρίσκονται στη διαδικασία παραγωγής από το τελικό αποτέλεσµα της παραγωγής. Εξετάζοντας τις συνέπειες της αδιαιρετότητας, η σύνδεση της παραγωγής µε τον τόπο κατανάλωσης µιας υπηρεσίας πρακτικά σηµαίνει ότι οι υπηρεσίες ότι οι υπηρεσίες παράγονται και καταναλώνονται ταυτόχρονα. Αυτό επηρεάζει την οργάνωση της «παραγωγικής» διαδικασίας για την παροχή της υπηρεσίας ,αφού η επιχείρηση είναι υποχρεωµένη να έχει µέσα στο «εργοστάσιο» και κατά την διαδικασία «παραγωγής» της υπηρεσίας µια αστάθµητη παράµετρο που λέγεται πελάτης. Για να αντιµετωπιστεί το συγκεκριµένο πρόβληµα οι παροχής υπηρεσιών είναι εκ των πραγµάτων αναγκασµένες να καταφεύγουν σε τεχνικές τµηµατοποίησης της αγοράς ,και µάλιστα µε όσο γίνεται περισσότερο

34

αποτελεσµατικά κριτήρια ,που να οδηγούν σε διαφοροποιηµένα τµήµατα της αγοράς.

2.3 ΤΑ Ι∆ΙΑΙΤΕΡΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ Τ Ν ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕ Ν ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙ Ν
Οι επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών διαφέρουν από τις υπόλοιπες επιχειρήσεις, γιατί διαθέτουν ορισµένα βασικά χαρακτηριστικά: α.) Οι πελάτες Στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών οι πελάτες αποτελούν τη σηµαντικότερη εισροή και εκροή της επιχείρησης. Είναι µία από τις θεµελιώδης µεταβλητές του συστήµατος που επηρεάζει την οργανωσιακή δοµή της επιχείρησης, και γενικότερα την λειτουργία της.(Σπανός Α., 1997) Στην παροχή υπηρεσιών υπάρχει άµεση σχέση πελάτη και

προσωπικού που παρέχει την υπηρεσία. Στην περίπτωση της παροχής υπηρεσιών ο πελάτης πέρα από λήπτης –καταναλωτής της υπηρεσίας, και αξιολογητής της παρεχόµενης υπηρεσίας, της συµπεριφοράς, του

προσωπικού και γενικότερα της ίδιας της επιχείρησης.

β)Παρεχόµενες υπηρεσίες Μια άλλη παράµετρος διαχωρισµού τω επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών, είναι ο βαθµός στον οποίο η υπηρεσία συνδυάζει υλικά και άυλα στοιχεία. Αυτός ο βασικός διαχωρισµός επηρεάζει τον προγραµµατισµό µάρκετινγκ και την κατάρτιση προγραµµάτων προώθησης.

γ)Τόπος εγκατάστασης και σηµεία παροχής των υπηρεσιών Ο τόπος εγκατάστασης του καταστήµατος που παρέχονται οι υπηρεσίες, µπορεί να επηρεάσει το ύψος των πωλήσεων, καθώς και το επίπεδο κέρδους. Το ζήτηµα της επιλογής κατάλληλου τόπου για την εγκατάσταση τραπεζικού υποκαταστήµατος αποτελεί επιχειρηµατική πρακτική στρατηγικής σηµασίας για την ανάπτυξη µιας τράπεζας. Για το λόγο αυτό κάθε τράπεζα πραγµατοποιεί εµπεριστατωµένη ανάλυση της αγοράς πριν να 35

εισέλθει ή ακόµη και να επεκταθεί σε αυτή. Υπάρχουν όµως ορισµένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που µπορούν να προσδιορίσουν µε µεγάλη ακρίβεια τα επιθυµητά σηµεία παρουσίας ενός τραπεζικού υποκαταστήµατος για µια τράπεζα. Αυτά είναι τα ακόλουθα: 1. Υψηλή κυκλοφοριακή διέλευση οχηµάτων (για παράδειγµα 10,000-15,000 αυτοκίνητα την ηµέρα), διερχόµενων πεζών και δυνητικών πελατών που διέρχονται από το συγκεκριµένο σηµείο. Θεωρείται ισχυρό κίνητρο η επιλογή περιοχής που δύναται να παρέχει ευκολία πρόσβασης και χώρους parking των πελατών σε ώρες κυκλοφοριακής αιχµής. 2. Ύπαρξη εµπορικού κέντρου πλησίον του σηµείου παρουσίας της τράπεζας, κάτι που ευνοεί τις υπηρεσίες και τα προϊόντα λιανικής τραπεζικής του υποκαταστήµατος. 3. Τοπικός πληθυσµός που βρίσκεται πάνω από το µέσο όρο ηλικίας των 45 ετών, που συνήθως διαθέτουν σηµαντικά ποσά καταθέσεων και ζητούν ποικιλία χρηµατοοικονοµικών υπηρεσιών. 4. Ύπαρξη αστικού ή ηµιαστικού κέντρου µέσα στο οποίο περικλείεται σηµαντικός αριθµός επιχειρηµατιών, ελεύθερων επαγγελµατιών, υπαλλήλων, εν γένει εργαζοµένων και κατοίκων της περιοχής µε χαρακτηριστικά επιθυµητού πελατολογίου για µια τράπεζα. 5. Χαµηλός βαθµός παροχής τραπεζικών υπηρεσιών, δίνοντας τη δυνατότητα ανταποδοτικής ανάπτυξης τραπεζικών υποκαταστηµάτων στην περιοχή. 6. Υψηλό κατά κεφαλήν εισόδηµα των κατοίκων της περιοχής, που αυξάνει τη ζήτηση για τραπεζικά προϊόντα, βελτιώνοντας τα περιθώρια κερδοφορίας του υποκαταστήµατος.

2.4 ΣΥΓΚΕΝΤΡ ΣΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚ Ν ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤ Ν ΑΝΑ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ
Ένα σηµαντικό στοιχείο που καταγράφει το µέγεθος του δικτύου µιας τράπεζας καθώς και το βαθµό διείσδυσης αυτής στην αγορά αποτελεί ο δείκτης που φανερώνει το σύνολο του πληθυσµού της χώρας προς το σύνολο των υποκαταστηµάτων κάθε τράπεζας. Όσο µικρότερη είναι η τιµή του δείκτη 36

αυτού για κάθε τράπεζα τόσο µεγαλύτερο είναι το µέγεθος του δικτύου της συγκεκριµένης τράπεζας και ακολούθως τα οικονοµικά µεγέθη αυτής. Με χρήση των στοιχείων της απογραφής του πληθυσµού της Ελλάδας κατά το 2004 ανά περιφέρεια παρουσιάζεται ο Πίνακας 1 στον οποίο καταγράφονται οι τιµές του παραπάνω ∆είκτη 1 στη στήλη Πληθυσµός / Υποκατάστηµα Τράπεζας:

Πίνακας 1: Υποκαταστήµατα Εµπορικών Τραπεζών ανά Περιφέρεια και ∆είκτης Πληθυσµός ανά Υποκατάστηµα Τράπεζας

http://www.icap.gr/news/index_gr_7334.asp

Στον Πίνακα 1 έχει πραγµατοποιηθεί αύξουσα ταξινόµηση ανά τράπεζα σε σχέση µε την τιµή του ∆είκτη 1, ενώ αναγράφονται επίσης το πλήθος των υποκαταστηµάτων ανά τράπεζα και περιφέρεια καθώς και ο πληθυσµός κάθε περιφέρειας της χώρας.

37

2.5

ΣΥΣΧΕΤΙΣΗ

∆ΙΚΤΥΟΥ

ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤ Ν

ΜΕ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΜΕΓΕΘΗ
Η σύγκριση µεταξύ ενός ∆είκτη όπως ο παραπάνω µε τα οικονοµικά µεγέθη ενός τραπεζικού οργανισµού θα µας έδειχνε µια ενδιαφέρουσα σχέση µεταξύ του µεγέθους του δικτύου και της αποδοτικότητας και της κερδοφορίας του. Στην πράξη όµως η κερδοφορία για την εταιρική χρήση του 2004 µέρους των τραπεζών επηρεάστηκε σε σηµαντικό βαθµό από το υπό διαµόρφωση περιβάλλον του ασφαλιστικού τους. Λαµβάνοντας λοιπόν υπόψη τα παραπάνω στοιχεία δεν παρατηρείται κάποια θετική συσχέτιση µεταξύ της τιµής του ∆είκτη 1 µε κάποιον από τους δείκτες Κερδοφορίας – Αποδοτικότητας των υπό εξέταση τραπεζών. Αντί αυτού παρατηρείται σηµαντική σχέση του ∆είκτη 1 µε το σύνολο χορηγήσεων και καταθέσεων ανά τράπεζα, καθώς και τα καθαρά έσοδα από τόκους.

Πίνακας 2: Σύνολο Καταθέσεων, Χορηγήσεων και Καθαρό Εισόδηµα από τόκους ανά τράπεζα

Αναλυτικά, η σχέση αυτή καταδεικνύει κάτι απόλυτα φυσιολογικό, δηλαδή την αύξηση του επιπέδου των χορηγήσεων και καταθέσεων µιας τράπεζας όσο αυξάνεται το δίκτυο των υποκαταστηµάτων της και µειώνεται αντιστοίχως η τιµή του ∆είκτη 1 για την τράπεζα αυτή. Ανάλογο αποτέλεσµα καταγράφεται και στη µεταβολή του καθαρού εισοδήµατος από τόκους σε µια τράπεζα όσο µειώνεται η τιµή του συγκεκριµένου ∆είκτη για αυτήν. 38

Στον Πίνακα 2 αναγράφονται οι τιµές του ∆είκτη 1 για κάθε τράπεζα καθώς και τα στοιχεία από τις οικονοµικές καταστάσεις για το έτος 2004 που αποτυπώνουν τα Σύνολα Χορηγήσεων, Καταθέσεων και το Καθαρό Εισόδηµα από τόκους για κάθε εξεταζόµενη τράπεζα. Με βάση τα στοιχεία του πίνακα αυτού πραγµατοποιήθηκαν τρεις απλές παλινδροµήσεις, ώστε να δούµε τη συσχέτιση του ∆είκτη µε τις τρεις ανωτέρω µεταβλητές. Παρατηρείται ότι η τιµή του ∆είκτη 1 συσχετίζεται θετικά µε τα Σύνολα Χορηγήσεων ανά τράπεζα σε ποσοστό (R2=79,06%), Καταθέσεων σε ποσοστό (R2=77,94%) και µε το Καθαρό Εισόδηµα από Τόκους µε υψηλότερο όµως ποσοστό της τάξης του (R2= 84,45%). Συνεπώς, η επέκταση του δικτύου υποκαταστηµάτων µιας τράπεζας δεν µπορεί παρά να αποτελεί στρατηγικό πλάνο ανάπτυξής της, εφόσον επιθυµεί να αυξήσει τις παραγωγικές της εργασίες και τα έσοδα που προέρχονται από αυτές. Κάτι τέτοιο δεν µπορεί βέβαια να θεωρείται ως δεδοµένο γιατί η είσοδος της σε µια νέα αγορά αν δεν συνοδεύεται από προσεκτική και συνετή εκτίµηση των οικονοµικών δεδοµένων µπορεί να επηρεάσει την κερδοφορία της τράπεζας και να µεταβάλλει το ποσοστό των επισφαλειών στο δανειακό της χαρτοφυλάκιο. Από την άλλη, η επιλογή των σηµείων παρουσίας της παραµένει στρατηγική επιλογή, που καθορίζεται σε σηµαντικό βαθµό από το πελατολόγιό της καθώς και τις κινήσεις του ανταγωνισµού.

2.6 ΤΟ ΑΝΘΡ ΠΙΝΟ ∆ΥΝΑΜΙΚΟ
Το µόνιµο, και ευχαριστηµένο ανθρώπινο δυναµικό είναι αυτό που χρειάζεται ο τοµέας των υπηρεσιών, είναι αυτό που θα αντικαταστήσει τις υπάρχουσες ελλείψεις, και θα συµβάλλει στην παροχή υψηλού επίπεδου υπηρεσιών. Τα βήµατα που πρέπει να γίνουν: 1. Αναζήτηση ειδικευµένου προσωπικού 2. Προσοχή στην πρόσληψη 3. Αξιολόγηση προσωπικού (ύπαρξη συστήµατος αξιολόγησης) 4. Εκπαίδευση και επιµόρφωση προσωπικού

39

5. Αµοιβή –κίνητρα προσωπικού Τα προϊόντα τα οποία παρέχονται πλέον από όλους τους τραπεζικούς οµίλους παρουσιάζουν ευρύτατη οµοιογένεια όσον αφορά τις τιµές και τα χαρακτηριστικά τους. Μπορεί να είναι άυλα προϊόντα, αλλά είναι εύκολα αντιγράψιµα καθώς οι Τράπεζες διαθέτουν και τα κεφάλαια για την αγορά κατάλληλης τεχνολογίας αλλά και εξειδικευµένα στελέχη µε την αρµόζουσα τεχνογνωσία. Ο σηµερινός καταναλωτής τραπεζικών προϊόντων, από την άλλη µεριά είναι περισσότερος ενηµερωµένος και απαιτητικός από το παρελθόν. ∆εν επιλέγει πλέον την Τράπεζα συνεργασίας µόνο µε βάση την τιµολογιακή της πολιτική αλλά και βάση την εξυπηρέτηση, την φήµη, την εµπιστοσύνη που αποπνέει ο ίδιος ο οργανισµός ή το ανθρώπινο δυναµικό της. Η διαπραγµατευτική δύναµη του πελάτη συνεχώς ισχυροποιείται αφού γνωρίζει πλέον και απροκάλυπτα το εκφράζει ότι υπάρχει πλήθος εναλλακτικών λύσεων για τις ανάγκες του. Οι ρυθµοί της καθηµερινότητας και η ανάπτυξη της τεχνολογίας έχουν κάνει τον µέσο άνθρωπο να µη θέλει να χάνει το χρόνο του, και τον πελάτη να γνωρίζει και πολλές φορές να περιµένει την Τράπεζα µε την καλύτερη πρόταση να τον πλησιάσει και όχι εκείνος να σταθεί στο γκισέ.

2.7 Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ MARKETING
Το Marketing παίζει καθοριστικό ρόλο στη δηµιουργία ολοκληρωµένων υπηρεσιών προς τους καταναλωτές. Σκοπός του είναι να ασχολείται µε τη διεξαγωγή ερευνών µεταξύ υπαρχόντων ή επιθυµητών πελατών, αναλύσεις δηµογραφικών δεδοµένων, την ανάπτυξη νέων υπηρεσιών, τον καθορισµό διαφηµιστικής πολιτικής, τη διεξαγωγή σεµιναρίων για την εκπαίδευση του προσωπικού στην τεχνική των πωλήσεων, την παρακολούθηση του ανταγωνισµού. Η ένταση του ανταγωνισµού επιτάσσει τη δηµιουργία νέων προϊόντων οι οποίες συνδυασµένες µε τις παραδοσιακά προσφερόµενες θα στοχεύσουν στην κάλυψη των µεταβαλλόµενων αναγκών των πελατών. Ο ρόλος του προσωπικού είναι καθοριστικός εφόσον απαιτείται να γνωρίζει σε βάθος αυτά τα προϊόντα εφόσον καλείται να τα πωλήσει στη αγορά.

40

Βασική αρχή του τραπεζικού Marketing είναι ότι η πελατεία δεν είναι οµοιόµορφη. Υπάρχουν οµάδες καταναλωτών, που η καθεµιά έχει τα δικά της χαρακτηριστικά, τις δικές της ανάγκες, τις δικές της προτιµήσεις και τις δικές της αντιδράσεις. Κατά συνέπεια η πελατεία δεν αντιδρά πάντα ορθολογικά και η τιµή δεν είναι πάντα το κριτήριο επιλογής της. Τα κριτήρια µε τα οποία οµαδοποιούνται οι πελάτες των τραπεζών µπορεί να είναι: Παυλάκης Κ., 2000) α) δηµογραφικά, β) εισοδηµατικά ή γ) µορφωτικά.

α. ∆ηµογραφικά Οι ανάγκες των πελατών διαφοροποιούνται ανάλογα µε την ηλικία τους ή την οικογενειακή τους κατάσταση. Οι νέοι έχουν µειωµένες αποταµιευτικές ανάγκες ενώ η δηµιουργία οικογένειας συνεπάγεται αυξηµένες ανάγκες για χρηµατοδότηση.

β. Εισοδηµατικά ∆ιαφορετικές ανάγκες έχουν οι κάτοικοι των αστικών περιοχών και διαφορετικές εκείνοι των αγροτικών ή των βιοµηχανικών περιοχών.

γ. Μορφωτικά Σηµαντική είναι η διαφοροποίηση µε βάση κριτήρια όπως η µόρφωση, η επικοινωνία µε άλλες κοινωνικές οµάδες, οι θρησκευτικές αντιλήψεις, η προοδευτική συντηρητική νοοτροπία. Το χρήµα αποτελεί εµπόρευµα όπως όλα τα υπόλοιπα που προωθούνται στη αγορά και η τιµή του δεν είναι βασικός παράγοντας για την αποδοχή του από το κοινό. Το βασικό είναι τα προϊόντα που σχεδιάζουν και προωθούν οι υπηρεσίες Marketing των πιστωτικών ιδρυµάτων είναι να ανταποκρίνονται σε πραγµατικές ανάγκες των καταναλωτών. Τα τελευταία χρόνια οι τράπεζες έχουν επιδοθεί σε έναν αγώνα στο διαφηµιστικό τοµέα και δαπανούν τεράστια ποσά για την προώθηση των 41

προϊόντων τους. Αρκεί να αναλογιστούµε ότι πριν από µερικές δεκαετίες πολλοί ήταν εκείνοι που πίστευαν ότι η διαφήµιση της τράπεζας είναι η πελατεία της και από την άλλη οι µεγάλες κρατικές τράπεζες οι οποίες λόγω έλλειψης ανταγωνισµού περιορίζονταν σε διαφηµιστικά φυλλάδια εντός των καταστηµάτων.

42

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ: ΟΙ ΚΙΝ∆ΥΝΟΙ ΣΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ
3.1. ΟΙ ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΟΙ ΚΙΝ∆ΥΝΟΙ ΣΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ
Οι κίνδυνοι που οι τράπεζες έχουν να αντιµετωπίσουν βρίσκονται, όπως σε κάθε οικονοµικό οργανισµό, σε κάθε τοµέα. Στο εξωτερικό και εσωτερικό τους περιβάλλον. Οι τράπεζες έχουν διάφορα κίνητρα για την ανάληψη κινδύνων ανάληψη κινδύνων όµως µπορεί να δηµιουργήσει «συστηµατικό κίνδυνο», δηλαδή κίνδυνο αποσταθεροποίησης ολόκληρου του τραπεζικού συστήµατος. Η χρεωκοπία µιας τράπεζας δεν θα επηρεάσει µόνο τους καταθέτες και µετόχους της αλλά και άλλες τράπεζες που έχουν δοσοληψίες µαζί της. Το βασικό εργαλείο ελέγχου είναι η κεφαλαιακή επάρκεια. Στόχος της απαίτησης για κεφαλαιακή επάρκεια είναι να θέσει ένα ελάχιστο επίπεδο ιδίων κεφαλαίων σε σχέση µε τους κινδύνους (δάνεια, πράξεις συναλλάγµατος κτλ) που αναλαµβάνουν οι τράπεζες. Οι βασικές αρχές αυτών των κανόνων είναι διεθνείς και η εφαρµογή τους ποικίλει από χώρα σε χώρα και παρακολουθείται από την αρµόδια ελεγκτική αρχή, συνήθως την Κεντρική Τράπεζα. Συγκεκριµένα οι κυριότεροι κίνδυνοι στον τραπεζικό τοµέα είναι (Bessis, 2002): 1) Ο πιστωτικός κίνδυνος που αναφέρεται: • • • • Στον κίνδυνο δανεισµού. Στον κίνδυνο της έκδοσης χρεογράφων. Στον κίνδυνο του αντισυµβαλλοµένου και του διακανονισµού. Στον κίνδυνο της χώρας.

2) Ο κίνδυνος αγοράς που αναφέρεται: • • Στον συναλλαγµατικό κίνδυνο. Στον επιτοκιακό κίνδυνο.

3) Ο κίνδυνος ρευστότητας. 4) Ο τεχνολογικός και λειτουργικός κίνδυνος. 5) Ο νοµικός κίνδυνος. 6) Ο κίνδυνος αξιοπιστίας. 7) Ο κίνδυνος αφερεγγυότητας.

43

Μια τράπεζα θεωρείται ότι είναι οικονοµικά επιτυχηµένη όταν και το πελατολόγιο της ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του. Μια τράπεζα µε αυξηµένο αριθµό επισφαλών δανείων κινδυνεύει στο µέλλον να εµφανίσει µεγάλες δανειακές ζηµιές µε αποτέλεσµα να κλονιστεί η εµπιστοσύνη του καταναλωτικού κοινού για την τράπεζα και τελικά η τράπεζα να αρχίσει να αντιµετωπίζει προβλήµατα επιβίωσης και ύπαρξης στον άκρως ανταγωνιστικό τραπεζικό χώρο. Ο πιστωτικός κίνδυνος λοιπόν είναι εκείνος που αποτελεί τη σοβαρότερη απειλή για τη φερεγγυότητα των πιστωτικών οργανισµών. Οι περισσότερες χρεοκοπίες τραπεζών συνδέονται µε προβλήµατα που δηµιουργούν οι επισφαλείς απαιτήσεις. Έτσι ο πιστωτικός κίνδυνος είναι συνάρτηση της πιθανότητας χρεοκοπίας του δανειολήπτη. Σκοπός της πιστωτικής έρευνας είναι η πρόληψη, ο εντοπισµός και η ανάλυση των προβληµατικών δανειοληπτών. Η λέξη «credit» προέρχεται από την λατινική λέξη «credere» που σηµαίνει να πιστεύεις ή να εµπιστεύεσαι. Οι δανειστές παρέχουν κεφάλαια στους δανειολήπτες περιµένοντας από αυτούς συνέπεια στις δανειακές υποχρεώσεις τους. Οι ζηµιές από επισφαλείς απαιτήσεις όχι µόνο µειώνουν την κερδοφορία των χρηµατοπιστωτικών ιδρυµάτων αλλά δηµιουργούν προβλήµατα στην πιστοληπτική ικανότητα και το κόστος δανεισµού της τράπεζας στην διατραπεζική αγορά, στην ελκυστικότητα της µετοχής της και γενικότερα στην προσέλκυση πελατολογίου. Η ανάγκη για σταθερότητα των χρηµατοπιστωτικών ιδρυµάτων οδήγησε στην καθιέρωση κανόνων ελέγχου του τραπεζικού χαρτοφυλακίου χορηγήσεων. Πιο

συγκεκριµένα όταν γίνεται αναφορά στον πιστωτικό κίνδυνο υπάρχουν τέσσερα διαφορετικά πεδία (Bessis, 2002): 1) Ο κίνδυνος δανεισµού όπου αναλύεται το ενδεχόµενο ο πελάτης της τράπεζας να µην µπορεί να αποπληρώσει το χρέος του. Ο κίνδυνος αυτός για τις τράπεζες αφορά τα ληξιπρόθεσµα δάνεια, τις προβλέψεις για επισφαλείς απαιτήσεις και τις συνέπειες στον δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας. 2) Ο κίνδυνος της έκδοσης χρεογράφων όπου αναλύεται το ενδεχόµενο ο εκδότης ενός χρεογράφου το οποίο κατέχει µια τράπεζα να υποβαθµίζεται πιστοληπτικά και µειώνεται η αξία του, το οποίο έχει επίσης επίπτωση στην κεφαλαιακή επάρκεια της τράπεζας. 44

3) Ο κίνδυνος του αντισυµβαλλοµένου και του διακανονισµού όπου ο αντισυµβαλλόµενος της τράπεζας αδυνατεί να εκπληρώσει κατά ή πριν από την ηµεροµηνία διακανονισµού τις υποχρεώσεις του έναντι της τράπεζας. 4) Ο κίνδυνος της χώρας, ο οποίος αφορά περιπτώσεις χρεοκοπίας της χώρας, που συνεπάγεται µε µη εξυπηρέτηση δανείων και κρατικών οµολόγων, κυβερνητική πολιτική (π.χ. αλλαγή νοµοθεσίας), µετατροπή συναλλάγµατος (π.χ. εγχωρίων κερδών προς αποστολή στη µητρική εταιρεία) και µεταφορά χρηµάτων (π.χ. απαγόρευση µεταφοράς κεφαλαίων στο εξωτερικό). Η εκτίµηση του πιστωτικού κινδύνου διεξάγεται σε δυο επίπεδα. Κατά πρώτον, εκτιµάται ο κίνδυνος αντισυµβαλλόµενου, ο οποίος καθορίζεται ως η πιθανότητα να µην είναι συνεπείς οι δανειολήπτες µε τις υποχρεώσεις τις οποίες έχουν αναλάβει, κάτι το οποίο είναι συνάρτηση της πιστοληπτικής ικανότητας των δανειοληπτών. Κατά δεύτερο λόγο, πραγµατοποιείται η διαχείριση των κινδύνων συγκεντρώσεως που καθορίζονται ως υπερβολική έκθεση σε δανεισµό από συγκεκριµένες επιχειρήσεις, τοµείς, γεωγραφικές περιοχές ή και χώρες. Ο κίνδυνος αγοράς προέρχεται από την αβεβαιότητα που προκύπτει από τις µεταβολές των επιτοκίων, των χρηµατιστηριακών τιµών

συναλλαγµατικών ισοτιµιών και γενικά των παραµέτρων της αγοράς. Ο κίνδυνος αγοράς λαµβάνει χώρα στη συναλλαγή στοιχείων ενεργητικού και παθητικού εξαιτίας των µεταβολών στα επιτόκια, στην τιµή συναλλάγµατος και άλλες τιµές περιουσιακών στοιχείων. Εµφανίζεται όταν το χρηµατοοικονοµικό ίδρυµα συναλλάσσεται στοιχεία ενεργητικού και

παθητικού αντί να τα διατηρεί για µακροπρόθεσµη επένδυση. Η Τράπεζα παρακολουθεί σε καθηµερινή βάση όλους τους κινδύνους αγοράς του χαρτοφυλακίου τρεχουσών συναλλαγών της, που καθορίζονται ως εν δυνάµει απώλειες προερχόµενες από διακυµάνσεις στα επιτόκια, στις

συναλλαγµατικές ισοτιµίες, στις τιµές µετοχών και βασικών προϊόντων και στην αστάθεια αυτών. Επιπλέον, η τράπεζα παρακολουθεί τις εν δυνάµει απώλειες τις προερχόµενες από ποιοτικές µεταβολές στους οργανισµούς οι οποίοι εκδίδουν χρεόγραφα. Ο κίνδυνος αγοράς αφορά τον κίνδυνο τιµής, δηλαδή, τον συναλλαγµατικό κίνδυνο, επιτοκιακό κίνδυνο (Andrew, 2002). Πιο 45

συγκεκριµένα γίνεται αναφορά στον κίνδυνο αγοράς, αναφέρονται 2 πεδία (λειτουργίες) της τράπεζας: 1) Ο συναλλαγµατικός κίνδυνο όπου βρίσκεται συνήθως σε καθεστώς κυµαινόµενων συναλλαγµατικών ισοτιµιών και αποτελεί µια ειδική περίπτωση του κινδύνου αγοράς. Ο συναλλαγµατικός κίνδυνος οφείλεται στις διακυµάνσεις της αξίας των νοµισµάτων, που

επηρεάζουν τις «θέσεις» σε συνάλλαγµα που έχει λάβει µια τράπεζα για τη διαχείριση των διαθεσίµων της ή για λογαριασµό πελατών της. 2) Ο επιτοκιακός κίνδυνο όπου προκύπτει από µια απροσδόκητη µεταβολή στα επιτόκια η οποία µπορεί να επηρεάσει σοβαρά την κερδοφορία της τράπεζας καθώς και την αξία της µετοχής της. Για παράδειγµα, εάν σε µια τράπεζα οι υποχρεώσεις της είναι περισσότερο ευαίσθητες, σε σχέση µε τις απαιτήσεις της, στις µεταβολές των επιτοκίων, µία αύξηση των επιτοκίων θα µειώσει τα κέρδη και µία πτώση των επιτοκίων θα αυξήσει τα κέρδη. Ο κίνδυνος ρευστότητας είναι ένας τύπος κινδύνου, που δεν µπορεί να θεωρηθεί υποπερίπτωση ούτε του κινδύνου αγοράς ούτε του πιστωτικού κινδύνου. Συνδέεται µε την ανεύρεση των επαρκών ρευστών διαθεσίµων για την κάλυψη των υποχρεώσεων της τράπεζας σε βραχυπρόθεσµο χρονικό ορίζοντα. Με άλλα λόγια, αναφέρεται το ενδεχόµενο η τράπεζα να µην µπορεί να αντλήσει τα απαραίτητα κεφάλαια είτε µέσω αύξησης κάποιων στοιχείων του παθητικού της είτε µέσω ρευστοποίησης ορισµένων στοιχείων του ενεργητικού της. Κάποιες φορές ένα χρηµατοπιστωτικό ίδρυµα οφείλει να προβεί σε ρευστοποιήσεις προκειµένου να αντεπεξέλθει σε ληξιπρόθεσµες υποχρεώσεις, η ανεπάρκεια της ρευστότητάς του είναι δυνατό να ισοδυναµεί µε χρεοκοπία. Ο τεχνολογικός και λειτουργικός κίνδυνος αναφέρεται σε απώλειες που από ανεπαρκή ή αποτυχηµένη εσωτερική διαδικασία της τράπεζας, κακή λειτουργία των συστηµάτων, ανθρώπινων σφαλµάτων, αποτυχιών της διαχείρισης, καθώς και κακής λειτουργίας στην πυραµίδα της ιεραρχίας, δηλαδή µεταξύ των βασικών παραγόντων της εταιρικής διοίκησης, όπως επίσης και από άλλους εξωγενείς παράγοντες. Τέτοια προβλήµατα µπορεί να προκύψουν από την αδυναµία ανάληψης προληπτικής δράσης.

46

Ένα σηµαντικό είδος λειτουργικού κινδύνου αναφέρεται στον τεχνολογικό κίνδυνο, δηλαδή στον κίνδυνο βλάβης ή ανεπάρκειας των συστηµάτων τεχνολογίας πληροφορικής. Πιο συγκεκριµένα, ο τεχνολογικός κίνδυνος προκύπτει όταν η επένδυση στην τεχνολογία, όπως είναι τα ηλεκτρονικά συστήµατα, δεν αποφέρει τα αναµενόµενα αποτελέσµατα.. Άλλες όψεις του λειτουργικού κινδύνου περιλαµβάνουν γεγονότα όπως πυρκαγιές, σεισµούς ή άλλες φυσικές καταστροφές. Η αποστολή της τράπεζας σχετικά µε τον λειτουργικό κίνδυνο είναι να παρακολουθεί τον κίνδυνο απωλειών προερχόµενων από ακατάλληλες ή ανεπιτυχείς εσωτερικές διαδικασίες, ανθρώπινα λάθη, διακοπές στη

λειτουργία τεχνολογικού εξοπλισµού η από εξωτερικά συµβάντα. Επί του παρόντος, έχει δηµιουργηθεί µια βάση δεδοµένων στην οποία διαβιβάζονται τα δεδοµένα απωλειών από τη ∆ιεύθυνση Ελέγχων και τα καταστήµατα. Ο λειτουργικός κίνδυνος των ελληνικών τραπεζών αυξάνεται διαρκώς, ιδιαίτερα µε τη διείσδυση της ηλεκτρονικής τραπεζικής στις εργασίες τους, κάτι το οποίο πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη από τις τράπεζες κατά τον προγραµµατισµό των επενδύσεων που απαιτούνται σε συστήµατα µέτρησης και διαχείρισης των κινδύνων αυτών. Ο νοµικός κίνδυνος ο οποίος εξαρτάται από το νοµικό πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία των τραπεζών. Είναι δυνατό να µεταβάλλεται, επηρεάζοντας την κερδοφορία των τραπεζικών ιδρυµάτων. Μια δικαστική απόφαση που αφορά µια συγκεκριµένη τράπεζα µπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις για τη διευθέτηση σηµαντικών τραπεζικών ζητηµάτων στο σύνολο του τραπεζικού συστήµατος. Επίσης, οι τράπεζες πρέπει να διερευνούν µε προσοχή το νοµικό κίνδυνο, όταν αναπτύσσουν νέα χρηµατοοικονοµικά προϊόντα ή εισάγουν νέους τύπους συναλλαγών. Ο νοµικός κίνδυνος έχει συχνά και διεθνή διάσταση. Το εποπτικό πλαίσιο για τις τραπεζικές δραστηριότητες διαφέρει ευρύτατα µεταξύ χωρών και µπορεί να ερµηνευθεί διαφορετικά. Οι εσφαλµένες νοµικές συµβουλές ή η πληµµελής νοµική τεκµηρίωση µπορεί να οδηγήσουν σε υποτίµηση των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού. Ο κίνδυνος αξιοπιστίας ο οποίος δηµιουργείται από τις συχνές αποτυχίες στο παρελθόν των λειτουργικών συστηµάτων, της διαχείρισης ή των προϊόντων της τράπεζας. Είναι σηµαντικός κίνδυνος, εφόσον η παρουσία 47

του υπονοµεύει σταδιακά την ίδια τη φύση των τραπεζικών εργασιών, η οποία είναι φανερό ότι απαιτεί την εµπιστοσύνη όλων όσων συµµετέχουν στην αγορά. Ο κίνδυνος αφερεγγυότητας αποτελεί συνέπεια του επιτοκιακού κινδύνου, του κινδύνου αγοράς, συναλλάγµατος, ρευστότητας, του πιστωτικού κινδύνου και του τεχνολογικού και λειτουργικού κινδύνου. Πιο συγκεκριµένα είναι ο κίνδυνος του χρηµατοπιστωτικού ιδρύµατος να µην διαθέτει αρκετό κεφάλαιο να αντιµετωπίσει ενδεχόµενες τραπεζικές απώλειες στην αξία των περιουσιακών στοιχείων σε σχέση µε τις υποχρεώσεις. Για την αντιµετώπιση των κινδύνων στα χρηµατοπιστωτικά ιδρύµατα οι ερευνητές έχουν αναπτύξει διάφορες µεθόδους, κάθε τράπεζα επιλέγει την µέθοδο µε την οποία θα προβλέψει την επικινδυνότητα των ρίσκων σε κάθε τοµέα λειτουργίας της. Οι τράπεζες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό έχουν ξεχωριστό τµήµα ∆ιεύθυνσης ∆ιαχείρισης και Ανάλυσης κινδύνων το οποίο αναλαµβάνει την ανάλυση των δεδοµένων και την πρόβλεψη των κινδύνων και την ορθή αντιµετώπιση αυτών, όπως επίσης αναλαµβάνει σεµινάρια προσωπικού για την ενηµέρωση τους, και δηµοσιεύει εγκυκλίους σε περίπτωση αλλαγής κάποιας λειτουργίας για την αντιµετώπιση κάποιου κινδύνου (Bessis, 2002).

3.2.

ΟΙ

ΚΙΝ∆ΥΝΟΙ

ΑΠΟ

ΤΗ

ΧΟΡΗΓΗΣΗ

ΤΡΑΠΕΖΙΚ Ν

ΠΡΟΪΟΝΤ Ν
3.2.1. Οι κίνδυνοι από τη χορήγηση δανείων σε ιδιώτες και επιχειρήσεις Είναι αδιαµφισβήτητο γεγονός ότι ο τοµέας των χορηγήσεων συνιστά τον κλάδο εκείνο των τραπεζικών προϊόντων, τα οποία ενέχουν τον υψηλότερο κίνδυνο, αποτελούν δηλαδή πεδίο επαυξηµένης επισφάλειας. Στο παρόν τµήµα θα εξεταστούν όλες οι παράµετροι κινδύνου που αντιµετωπίζει η τράπεζα στην περίπτωση που προβαίνει σε κάποιο είδος χορήγησης και πως ο αναλαµβανόµενος κίνδυνος επιδρά στις δραστηριότητες της τράπεζας. Ακόµη θα αναφερθούν όλες οι πρακτικές που θα χρησιµοποιούνται από τα στελέχη της τράπεζας µε σκοπό την µείωση, αν όχι την εξάλειψη, των 48

πιστωτικών κινδύνων. Οι τράπεζες σήµερα πρωταγωνιστούν στην αγορά των χορηγήσεων µε 5 είδη δανείων τα οποία είναι τα εξής (∆ελτίο Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών, 2003): 1) Χορηγήσεις κεφαλαίων κίνησης 2) Χορηγήσεις για πάγια και εξοπλισµό 3) Στεγαστικά δάνεια 4) Καταναλωτικά δάνεια 5) Προσωπικά δάνεια Από την πλευρά των ιδιωτών, οι κίνδυνοι αφορούν σε στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια. Κάθε µορφής χορήγηση στην καταναλωτική πίστη ενέχει πιστωτικό κίνδυνο, δηλαδή τον κίνδυνο ο δανειστής (τράπεζα) να µην εισπράξει τα προβλεπόµενα από το δανειζόµενο (πελάτη), σύµφωνα µε τους όρους της σύµβασης που έχει υπογραφεί µεταξύ των δύο µερών. Ο πιστωτικός κίνδυνος εκφράζεται συνήθως µε την πιθανότητα µη

αποπληρωµής του δανείου. Με την υιοθέτηση µοντέλων βαθµολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας (credit scoring models), κάθε τραπεζικός

οργανισµός µπορεί να εκτιµήσει τη πιθανότητα µη αποπληρωµής του δανείου, άρα να µετρήσει τον πιστωτικό κίνδυνο που υπάρχει, εάν τελικώς εγκριθεί το αίτηµα χορήγησης δανείου. Αναλόγως του πιστωτικού κινδύνου που είναι διατεθειµένη να αναλάβει η εκάστοτε τράπεζα προκρίνει ή απορρίπτει το αίτηµα. Κατά την αξιολόγηση εξετάζονται η οικονοµική και επαγγελµατική θέση του δανειζόµενου, η δυνατότητα να διαθέσει τη δική του συµµετοχή και γενικά αν τα εισοδήµατά του είναι επαρκή για την κάλυψη των υποχρεώσεων που δηµιουργούνται. Ο πιστωτικός κίνδυνος εντοπίζεται σε µια σειρά από ενέργειες, πέρα της βασικής ενέργειας που είναι η αξιολόγηση των αιτήσεων για τον έλεγχο της πιστοληπτικής ικανότητας του προσώπου που υποβάλλει αίτηση (credit assessment). Πιο συγκεκριµένα: 1) Στοχευόµενες ενέργειες marketing σε συγκεκριµένα τµήµατα του χαρτοφυλακίου. Η επιλογή του πληθυσµού-στόχου, θα πρέπει να πραγµατοποιείται πάντα σύµφωνα µε κριτήρια, τα οποία θα

επιτρέπουν την ορθή διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου.

49

2) Αυξήσεις των πιστωτικών ορίων. Η ενέργεια συνεπάγεται πιστωτικό κίνδυνο ο οποίος πρέπει να αναληφθεί. Τα δάνεια προς τις επιχειρήσεις, έχουν σαν σκοπό την κάλυψη των τρεχουσών αναγκών. Για το προσδιορισµό των πραγµατικών δανειακών αναγκών των επιχειρήσεων, λαµβάνεται υπόψη πρωτίστως το αντικείµενο της µεταποιητικής δραστηριότητας της επιχείρησης και τη διάρκεια του

παραγωγικού – συναλλακτικού κυκλώµατος του αντίστοιχου κλάδου. Ακόµη λαµβάνεται υπόψη το ύψος του κύκλου εργασιών, όπως προκύπτει από τα επίσηµα βιβλία που πραγµατοποιείται είτε το προηγούµενο ηµερολογιακό έτος είτε το τελευταίο 12-µηνο πριν από τη χορήγηση κάποιου δανείου. Και σ΄αυτή την περίπτωση, ο µεγαλύτερος κίνδυνος έγκειται στην µη έγκυρη αποπληρωµή του δανείου ή σε πιθανότητα πτώχευσης του πιστούχου αν πρόκειται για νοµική µορφή προσώπου.

3.2.2. Οι κίνδυνοι από τις εγγυητικές επιστολές Η εγγυητική επιστολή, στις µεταπολεµικές οικονοµίες έχει εδραιώσει τη θέση της ανάµεσα στις πιο διαδεδοµένες µορφές συναλλαγής. Τόσο στο εξωτερικό, όσο και στην Ελλάδα, η τραπεζική πρακτική έχει αναδείξει την Εγγυητική Επιστολή σε µια κερδοφόρα µορφή χρηµατοδότησης, η οποία αποδίδει στον εγγυητή (τράπεζες ή ορισµένα πιστωτικά ιδρύµατα ή και νοµικά πρόσωπα ∆ηµοσίου ∆ικαίου), ενώ συνεπάγεται την ανάληψη κινδύνου που τις περισσότερες φορές είναι µη ουσιαστικός. Σχετικά µε το νοµικό καθεστώς της εγγυητικής επιστολής στην Ελλάδα σε αντίθεση µε το εξωτερικό, δεν υφίσταται ειδική νοµοθετική ρύθµιση, αλλά η σύµβαση διέπεται από το νοµικό καθεστώς που ισχύει για την απλή εγγύησης. ∆ηµιουργείται µια τριµερής σχέση, µε εµπλεκόµενα µέρη τα παρακάτω:

50

όπου: 1) Εγγυητής, είναι η τράπεζα που εκδίδει την εγγυητική επιστολή. 2) Εντολέας ή πρωτοφειλέτης, είναι εκείνος υπέρ του οποίου εκδίδεται η εγγυητική επιστολή. Σηµειώνεται ότι υπάρχει περίπτωση να είναι άλλος ο πρωτοφειλέτης και άλλος ο εντολέας. 3) ∆ικαιούχος ή δανειστής, είναι το πρόσωπο που τελικά διασφαλίζεται µε την έκδοση της εγγυητικής επιστολής. Το έγγραφο της σύµβασης εγγυητικής επιστολής είναι σοβαρό για την τράπεζα και θα πρέπει να ελέγχεται µε προσοχή αν είναι σωστά συµπληρωµένο, γιατί σ’ αυτό βασίζεται η δυνατότητα της τράπεζας να απαιτήσει δικαιώµατα στις λοιπές εξασφαλίσεις που τυχόν παραχωρεί ο πελάτης. Ακόµη στις περιπτώσεις που η εγγυητική επιστολή στηρίζεται σε άλλη σύµβαση, γιατί τώρα οι Ε/Ε απορρέουν από σύµβαση Ανοικτού Αλληλόχρεου Λογαριασµού (Α.Α.Λ), το έντυπο της σύµβασης εγγυητικής επιστολής δεν παύει να αποτελεί για την τράπεζα την αντεγγύηση του πελάτη. ∆εδοµένου ότι οι Ε/Ε, από άποψη κινδύνου, εξοµοιώνονται προς τις χρηµατοδοτήσεις, η έκδοσή τους υπόκειται στους περιορισµούς που ισχύουν γενικά για τις χρηµατοδοτήσεις. Οι τραπεζικές εγγυητικές επιστολές είναι στην ουσία συµβάσεις µε τις οποίες η τράπεζα ή οι τράπεζες αναλαµβάνουν την υποχρέωση προς τον εγγυολήπτη, ότι στην περίπτωση που ο οφειλέτης δεν εκπληρώσει την υποχρέωσή του, θα την εκπληρώσει η τράπεζα και θα την εκπληρώσει για ορισµένο ποσό που αναγράφεται, πάντα επακριβώς, στο σώµα της εγγυητικής επιστολής (Λουκρέζης, 2003).

51

3.2.3. Οι κίνδυνοι από το factoring – leasing - forfeiting Ο αγγλικής προελεύσεως όρος «factoring», φαίνεται ότι δηµιουργήθηκε για να αποδώσει εννοιολογικά την εργασία των «Factors», δηλαδή των πρακτόρων. Το «Factoring», λοιπόν, που θα µπορούσε να αποδοθεί

σύµφωνα µε τα παραπάνω στα ελληνικά µε τον όρο «Πρακτορεία», ορίζεται ως σύµβαση πρακτορείας (µίσθωση έργου), µε την οποία αναλαµβάνει ο πράκτορας την είσπραξη τιµολογιακών απαιτήσεων για λογαριασµό του πελάτη του καθώς και τη λογιστική τους παρακολούθηση. Στην ουσία το factoring αποτελεί µια επιχείρηση δύο ταχυτήτων, εντός της οποίας η παροχή λογιστικών υπηρεσιών, στην οποία περιλαµβάνεται πιστωτικός έλεγχος και απόλυτη προστασία έναντι επισφαλών απαιτήσεων, συνυπάρχουν µε µια ευέλικτη πηγή κεφαλαίου κίνησης, που ακολουθεί το ύψος των πιστώσεων προς εµπόρους-πελάτες. Οι περισσότερες από τις υφιστάµενες εταιρείες factoring ανά τον κόσµο ανήκουν σε τοπικές τράπεζες. Η εµπειρία έχει δείξει ότι µακροπρόθεσµα αυτή η δοµή µπορεί να δηµιουργήσει ορισµένα προβλήµατα, τα οποία οφείλονται κυρίως σε είναι γενικό συντηρητισµό αναφορικά µε τις νέες ιδέες, γραφειοκρατική νοοτροπία. Η ιδανική δοµή θα µπορούσε να είναι η σύσταση κοινοπραξίας (joint venture) µε την συµµετοχή µιας τοπικής τράπεζας και ιδιωτικών κεφαλαίων. Όµως η πιο συνηθισµένη µέχρι τώρα είναι οι τράπεζες να ιδρύουν δικές τους θυγατρικές µονάδες factoring, είτε σαν τµήµατα, είτε σαν χωριστές χρηµατοδοτικές µονάδες, µε συνηθέστερη την δεύτερη επιλογή. Όπως και σε άλλα προϊόντα, έτσι και στο factoring, υπάρχουν κίνδυνοι που απορρέουν από τις εργασίες αυτού. Ο κίνδυνος για την τράπεζα είναι να απολέσει τα χρηµατικά της διαθέσιµα προσωρινά, µέχρι να καλυφθούν οι δυσκολίες του πελάτη της (Μαλακός, 1993). Παράλληλα µε την χρηµατοδότηση factoring, αναπτύχθηκε και το forfaiting δηλαδή η πρακτορεία επιχειρηµατικών απαιτήσεων που

προκύπτουν από εξαγωγές προϊόντων ή υπηρεσιών. Ο όρος «Forfaiting» προέρχεται από το γαλλικό «à forfait» και είναι ο όρος που χρησιµοποιείται γενικά για να περιγράψει την αγορά των υποχρεώσεων που πέφτουν που οφείλεται σε µια σταθερή µελλοντική ηµεροµηνία, που προκύπτει από τις παραδόσεις των αγαθών και των υπηρεσιών - συνήθως συναλλαγές εξαγωγής - χωρίς προσφυγή σε οποιοδήποτε προηγούµενο κάτοχο της 52

υποχρέωσης. Η φύση των δύο αυτών χρηµατοδοτήσεων κινείται στην ίδια βάση και φιλοσοφία παρουσιάζοντας όµως και ορισµένες βασικές διαφορές οι οποίες είναι οι εξής: 1) Η διαφορά του forfaiting από το factoring είναι ότι το forfaiting αποτελεί εφάπαξ χορήγηση, ενώ το factoring αποτελεί µια συνεχώς

επαναλαµβανόµενη διαδικασία. 2) Το forfaiting είναι µέθοδος προεξόφλησης µεσοµακροπρόθεσµων συνήθως απαιτήσεων, ενώ το αντικείµενο του βραχυπρόθεσµες απαιτήσεις. 3) Με το forfaiting χρηµατοδοτούνται κυρίως εξαγωγές κεφαλαιουχικών αγαθών, ενώ το factoring αποτελεί τρόπο προώθησης των εξαγωγικών πωλήσεων καταναλωτικών προϊόντων. 4) Στις χρηµατοδοτήσεις µέσω forfaiting χρησιµοποιούνται συνήθως συναλλαγµατικές (ή γραµµάτια), ενώ στο factoring κατά κανόνα αρκεί το τιµολόγιο. 5) Η ανάπτυξη του forfaiting είναι συνυφασµένη µε την εξέλιξη του factoring είναι οι

εµπορίου καθώς και µεταξύ βιοµηχανικών και αναπτυσσόµενων χωρών. Το factoring αντίθετα, λειτουργεί µόνο στις ανεπτυγµένες χώρες λόγω της απαραίτητης συνεργασίας µεταξύ factor εισαγωγής και factor εξαγωγής. Το Forfaiting είναι µια αποδεδειγµένη µέθοδος εµπορικής

χρηµατοδότησης για τις συναλλαγές εξαγωγής. Τα τελευταία χρόνια, έχει υιοθετήσει έναν σηµαντικό ρόλο για τους εξαγωγείς που επιθυµούν τα µετρητά αντί των αναβεβληµένων πληρωµών, ειδικά για τις χώρες, όπου η προστασία ενάντια στους οικονοµικούς και πολιτικούς κινδύνους πίστωσης, έχει γίνει δυσκολότερη. Γενικά, τα εισπρακτέα ποσά εξαγωγής εγγυώνται από την τράπεζα του εισαγωγέα. Αυτό επιτρέπει στον αγοραστή για να αγοράσει τον κίνδυνο «χωρίς προσφυγή» στον εξαγωγέα, βγάζοντας κατά συνέπεια τη συναλλαγή από τον ισολογισµό του εξαγωγέα. Αυτό µπορεί να έχει τα σηµαντικά οφέλη από την άποψη των θετικών αποτελεσµάτων του στις βασικές οικονοµικές αναλογίες της επιχείρησης εξαγωγής. Όπως και σε όλες τις χρηµατοδοτήσεις, έτσι και το forfaiting κρύβει πολλούς κινδύνους τόσο ως προς την χρηµατοδότηση του, όσο και ως προς την αποπληρωµή του.

53

Το

forfaiting

παρουσιάζει

ορισµένες

ιδιαιτερότητες.

Η

πρώτη

ιδιαιτερότητα του forfaiting είναι ότι η µεταβιβαζόµενη απαίτηση ασφαλίζεται. Η ασφάλεια παρέχεται από την τράπεζα είτε µε την µορφή τριτεγγύησης, είτε µε τραπεζική εγγυητική επιστολή. Η δεύτερη ιδιαιτερότητα του forfaiting

έγκειται στο ότι κατά την συµφωνία των µερών (εξαγωγέα και forfaiter), ο forfaiter δεν προεξοφλεί απλώς, αλλά αναλαµβάνει και µια σειρά κινδύνων. Κατά πρώτον, αναλαµβάνει το λεγόµενο εµπορικό κίνδυνο, δηλαδή το ενδεχόµενο µη εισπράξεως της απαίτησης λόγω αφερεγγυότητας

πτωχεύσεως ή απλώς αρνήσεως του οφειλέτη να εκπληρώσει τη χρηµατική παροχή. Συγχρόνως αναλαµβάνει τον πολιτικό κίνδυνο, δηλαδή το

ενδεχόµενο µη εισπράξεως της απαίτησης λόγω πολέµου, εκτάκτων κυβερνητικών µέτρων που θέτουν περιορισµούς στην εξαγωγή

συναλλάγµατος, νοµικής αδυναµίας παροχής του οφειλέτη λόγω της νοµοθεσίας του τόπου πληρωµής για την προστασία του εθνικού νοµίσµατος και συναλλάγµατος και γενικά το ενδεχόµενο µη εισπράξεως εξαιτίας παντός λόγου ανωτέρας βίας. Παράλληλα, ο forfaiter (τράπεζα) αναλαµβάνει και τον επιχειρηµατικό κίνδυνο, δηλαδή τον κίνδυνο µεταβολής είτε των επιτοκίων δανεισµού, είτε των τιµών συναλλάγµατος. Επίσης, στις προεξοφλούµενες απαιτήσεις σε

συνάλλαγµα, αν µειωθεί η τιµή συναλλάγµατος µέσα στην περίοδο που µεσολαβεί µεταξύ προεξόφλησης και µετατροπής του ξένου νοµίσµατος που εισπράχθηκε στο νόµισµα της χώρας του forfaiter, τότε ο forfaiter πάλι ζηµιώνεται, γιατί ουσιαστικά µειώνεται η αξία της προεξοφλούµενης απαίτησης, Τους παραπάνω κινδύνους, πλην του επιχειρηµατικού ο forfaiter αναλαµβάνει συνοµολογώντας µε τον εξαγωγέα τη ρήτρα «άνευ ευθύνης» ή «άνευ αναγωγής» (Γαλάνης, 2000). Η χρηµατοδότηση leasing είναι ο σύγχρονος τρόπος

χρηµατοδοτήσεως. Εισήχθη στην Ελλάδα µε την ψήφιση του Ν1665/86 και τροποποιήθηκε µε τους Ν.2367/65 καθώς και Ν.2682/08.02.1999.

Απευθύνεται σε όλους τους ελεύθερους επαγγελµατίες και τις επιχειρήσεις πάσης φύσεως, µεγέθους και νοµικής µορφής που επιθυµούν την απόκτηση ακίνητων και κινητών πραγµάτων για επαγγελµατική χρήση. Το leasing είναι µία σύµβαση µεταξύ δύο συµβαλλόµενων µερών: 1) Της εταιρείας leasing. 54

2) Του µισθωτή. Όπως και σε όλες τις άλλες χρηµατοδοτήσεις έτσι και στο leasing, ελλοχεύουν κίνδυνοι τους οποίους και η τράπεζα πρέπει να τους αντιµετωπίζει. Οι κίνδυνοι που µπορεί να εµφανιστούν σε µια χρηµατοδότηση leasing είναι οι εξής (Κιόχος,1993): 1) Country risk (κίνδυνος χώρας). 2) Αυξηµένος πιστωτικός κίνδυνος. 3) Κίνδυνος µεταβολής του νοµικού καθεστώτος. 4) Κίνδυνος µεταβίβασης του αντικειµένου της µίσθωσης από τον µισθωτή σε τρίτο. 5) Κίνδυνος επιβάρυνσης του µισθίου µε εµπράγµατα βάρη. 6) Κίνδυνος καταστροφής από τυχαίο γεγονός. 7) Κίνδυνος µείωσης της αξίας του εκµισθωµένου εξοπλισµού.

3.2.4. Οι κίνδυνοι από την έκδοση πιστωτικών καρτών Η έκδοση πιστωτικών καρτών από τις τράπεζες είναι ένας θεσµός που ευδοκίµησε κυρίως στις χώρες του εξωτερικού και ο οποίος τα τελευταία χρόνια έχει εισαχθεί µε επιτυχία στο χρηµατοπιστωτικό σύστηµα της Ελλάδας, µε αποτέλεσµα όλες σχεδόν οι ελληνικές τράπεζες να έχουν υιοθετήσει την έκδοση των καρτών αυτών. Ο λόγος που συνέβη αυτό, είναι ότι η ελληνική οικονοµία έχει σηµειώσει τα τελευταία χρόνια µεγάλα βήµατα προόδου και ανάπτυξης, γεγονός που ώθησε τις τράπεζες στον εκσυγχρονισµό τόσο του ανθρώπινου δυναµικού, όσο και του τεχνολογικού εξοπλισµού τους, αντίστοιχο µε αυτόν των τραπεζών του εξωτερικού. Παράλληλα, η διεύρυνση του ρόλου των τραπεζών στην άσκηση της νοµισµατικής και πιστωτικής πολιτικής συνέβαλε αφενός στην επίτευξη των κριτηρίων σύγκλισης της ελληνικής οικονοµίας µε τα αντίστοιχα των Ευρωπαϊκών χωρών, αφετέρου στην παροχή νέων και περισσότερων χρηµατοοικονοµικών προϊόντων και υπηρεσιών όπως τα προσωπικάκαταναλωτικά δάνεια, οι λογαριασµοί επιταγών κ.λπ. Η εισαγωγή των πιστωτικών καρτών στο Ελληνικό χρηµατοπιστωτικό σύστηµα φαίνεται από το γεγονός ότι ένα µεγάλο µέρος των οικονοµούντων ατόµων καταναλωτικών και παραγωγικών χρησιµοποιεί τις πιστωτικές κάρτες για την διεκπεραίωση των 55

συναλλαγών τους και για την χρησιµοποίηση των ειδικών προνοµίων που αυτές προσφέρουν. Οι τράπεζες από την πλευρά τους καρπώνονται πολλά οφέλη από την έκδοση και την χορήγηση των πιστωτικών καρτών. Τα οφέλη αυτά προέρχονται από το γεγονός ότι εκµεταλλεύονται στο έπακρο την

καταναλωτική επιθυµία των οικονοµούντων ατόµων καθώς και ότι τα άτοµα στις περισσότερες περιπτώσεις δεν κάνουν σωστή χρησιµοποίηση των πιστωτικών καρτών. Οι άνθρωποι σε κάθε χρονική στιγµή έχουν ένα συγκεκριµένο αριθµό αναγκών τις οποίες επιδιώκουν να ικανοποιήσουν. Έτσι, καθηµερινώς επιδίδονται σε ένα συνεχή αγώνα απόκτησης καταναλωτικών και κεφαλαιουχικών αγαθών για την ικανοποίηση των αναγκών του. Αυτός είναι ο ρόλος των πιστωτικών καρτών οι οποίες παρέχουν στο κάτοχο τους τη δυνατότητα πραγµατοποίησης αγορών ή και αναλήψεων µετρητών, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό, τα ποσά των οποίων χρεώνονται σε ανοικτό λογαριασµό προκαθορισµένου ανώτατου ύψους, το οποίο καθορίζεται από το εκάστοτε πιστωτικό όριο. Ο λογαριασµός αυτός πιστώνεται µε τις καταβολές του κατόχου ο οποίος έχει την ευχέρεια τµηµατικής ή ολοσχερής εφάπαξ εξόφλησης του χρεωστικού υπολοίπου. Η λανθασµένη χρησιµοποίηση των καρτών από πολλούς παράγοντες όπως η έλλειψη κατάλληλης πληροφόρησης από την πλευρά των ατόµων ή η υπερβάλλουσα καταναλωτική επιθυµία η οποία σε πολλές περιπτώσεις έχει οδηγήσει σε αγορές αγαθών και υπηρεσιών που ξεπερνούν το πιστωτικό όριο της κάρτας, αλλά ακόµα και σε περιπτώσεις που το άτοµο να µην είναι σε θέση να καλύψει τις οφειλές του. Τα οφέλη τότε για την τράπεζα είναι πολύ περισσότερα, γιατί µε τις επιβαρύνσεις που επιβάλλει στους δικαιούχους των καρτών όπως π.χ. τόκους υπερηµερίας, καταφέρνει και πετυχαίνει την είσπραξη µεγαλύτερων ποσών από τα αναµενόµενα. Πέρα όµως από τα οφέλη που έχει η τράπεζα από την καθυστερηµένη εξόφληση των απαιτήσεών της, οι τράπεζες έχουν έσοδα και από τις συνδροµές και προµήθειες που εισπράττουν από τους δικαιούχους των καρτών. Όλοι οι κάτοχοι των καρτών είναι υποχρεωµένοι να καταβάλλουν ένα µικρό ποσό για ετήσια συνδροµή, το οποίο όµως αναλογιζόµενοι ότι προέρχεται από ένα µεγάλο αριθµό δικαιούχων, τότε τα έσοδά της τράπεζας είναι αξιοσηµείωτα. 56

Η τράπεζα από τις πιστωτικές κάρτες όπως και από τα άλλα προϊόντα της καταναλωτικής πίστης-retail banking (δάνεια, χορηγήσεις), καρπώνονται πολλά οφέλη τα οποία προέρχονται από τις συνδροµές, τις προµήθειες και τους τόκους που συνοδεύουν την απόκτησης µιας πιστωτικής κάρτας από την πλευρά των καταναλωτών. Όµως η τράπεζα έχει να αντιµετωπίσει και ένα πλήθος κινδύνων που προκύπτουν από τη χρησιµοποίηση των καρτών από τους δικαιούχους, τις συνέπειες των οποίων επιβαρύνεται πολλές φορές η ίδια η τράπεζα. Τους κινδύνους αυτούς η τράπεζα οφείλει να τους εντοπίσει και να αντιµετωπίσει τον καθένα ξεχωριστά χρησιµοποιώντας ορισµένες µεθόδους και τεχνικές που έχουν αναπτυχθεί για τον σκοπό αυτό. Βασικός σκοπός της τράπεζας είναι η κατά το δυνατόν ελαχιστοποίηση των κινδύνων αυτών, ώστε να επιτυγχάνει υψηλότερα που θα την βοηθήσουν να ενισχύσει την παρουσία της στην αγορά και πολύ περισσότερο στο ανταγωνιστικό περιβάλλον µέσα στο οποίο πολλές φορές αναπτύσσεται και δραστηριοποιείται. Ένας πρώτος κίνδυνος που έχει να αντιµετωπίσει η τράπεζα είναι η πραγµατοποίηση συναλλαγών που ξεπερνούν το πιστωτικό όριο της κάρτας. Το πιστωτικό όριο είναι το ανώτατο πιστωτικό όριο µηνιαίων συναλλαγών που ο κάτοχος της πιστωτικής κάρτας δύναται να εκτελεί και είναι ένα ποσό το οποίο καθορίζεται από την τράπεζα έπειτα από τον υπολογισµό της πιστοληπτικής του ικανότητας. Σε περίπτωση λοιπόν που ο κάτοχος εκτελέσει συναλλαγές που ξεπερνούν το πιστωτικό όριο η τράπεζα προβαίνει σε ορισµένες ενέργειες που έχουν ως σκοπό να αποφευχθεί η έκθεση της τράπεζας στον κίνδυνο αυτό αλλά και στις σχέσεις µε τους άλλους οργανισµούς (καταστήµατα). Ένας άλλος κίνδυνος που έχει να αντιµετωπίσει η τράπεζα είναι η περίπτωση της κλοπής ή της απώλειας της πιστωτικής κάρτας. Μια από τις βασικές υποχρεώσεις του δικαιούχου είναι να µεριµνά για την αποτελεσµατική φύλαξη της κάρτας του και για την διαφύλαξη του Προσωπικού Αριθµού Αναγνώρισης (ΡΙΝ) από τρίτους, όπως διατυπώνεται ρητώς σε όλες τις συµβάσεις πιστωτικών καρτών. Στην περίπτωση όµως που ο νόµιµος κάτοχος χάσει την κάρτα του θα πρέπει να πληροφορήσει αµέσως την τράπεζα που την εξέδωσε, ώστε η κάρτα να ακυρωθεί και έτσι να αποφευχθεί οποιαδήποτε ζηµιά. Οι τράπεζες και οι εταιρείες εκδόσεως καρτών έχουν 57

προβλέψει κατάλληλους µηχανισµούς ασφαλείας, ακύρωσης και αποτροπής της παράνοµης χρήσης τους. Η γνωστοποίηση της ή της κλοπής γίνεται προσωπικά, τηλεφωνικά ή µε οποιοδήποτε άλλον τρόπο. Συνήθως πάντως ο κάτοχος καλείται στη συνέχεια να επιβεβαιώσει την απώλεια και εγγράφως. Πρόβληµα µπορεί να προκύψει για συναλλαγές που πραγµατοποιήθηκαν κατά το διάστηµα που µεσολάβησε ανάµεσα στο χρονικό σηµείο που πραγµατοποιήθηκε η κλοπή και την ώρα που αυτό γνωστοποιήθηκε στην τράπεζα. Τέτοιες συναλλαγές συνήθως βαραίνουν τον κάτοχο και τούτο διότι όπως ισχυρίζονται οι τράπεζες σε διαφορετική περίπτωση κακόπιστοι κάτοχοι θα είχαν την δυνατότητα να πραγµατοποιούν συναλλαγές και στην συνέχεια να δηλώνουν απώλεια της κάρτας. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι δυνατόν να ζητηθεί από την τράπεζα η παραβολή της υπογραφής του κατόχου µε εκείνη που εµφανίζεται στο χρεωστικό δελτίο, το οποίο υπογράφεται κατά το διακανονισµό της συναλλαγής. Αυτό βέβαια είναι αδύνατο σε περίπτωση ηλεκτρονικής συναλλαγής (π.χ. ανάληψης χρηµάτων από αυτόµατη ταµειακή µηχανή) όπου αντί για υπογραφή χρησιµοποιείται ο απόρρητος αριθµός αναγνώρισης του πελάτη, τον οποίο γνωρίζει -και οφείλει να γνωρίζει - µόνο αυτός. Γενικά πάντως στις περισσότερες περιπτώσεις ο εντοπισµός της κλοπής ή της απώλειας της κάρτας γίνεται εύκολα και επιτυχηµένα. Κίνδυνος µπορεί να προκύψει και στην περίπτωση χρήσης

παραποιηµένων, πλαστογραφηµένων πιστωτικών καρτών, δηλαδή καρτών που έχουν κατασκευαστεί από σπείρες κακοποιών και φέρουν στοιχεία που αντιστοιχούν σε υπαρκτές κάρτες. Ο κάτοχος συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις είναι εύκολο να αποδείξει ότι δεν έχει πραγµατοποιήσει την ή τις απατηλές συναλλαγές (διότι πραγµατοποιήθηκαν π.χ σε χώρα που δεν έχει καν επισκεφθεί) ή ακόµη δεν µπορεί να ζητήσει την παραβολή της υπογραφής. Τέλος, οι κίνδυνοι διαφυλάσσονται και από την χρησιµοποίηση πιστωτικών καρτών ως µέσο πραγµατοποίησης συναλλαγών µέσω του τηλεφώνου ή του Internet. Η ευρεία εξάπλωση του Internet που διατελέστηκε ως αποτέλεσµα της προηγούµενης τεχνολογίας των υπολογιστών έκανε δυνατή τη µεταφορά ενός τεράστιου όγκου πληροφοριών από χώρα σε χώρα και ο οποίος είναι διαθέσιµος ανά πάσα στιγµή σε κάθε χρήστη του Internet. Παράλληλα, µε την εξάπλωσή του, µεγάλη ήταν και η διακίνηση ιδεών και 58

αντιλήψεων και τώρα τελευταία η προσφορά αγαθών και υπηρεσιών που µπορούν να αποκτηθούν από ένα µεγάλο αριθµό χρηστών µέσα από το λεγόµενο ηλεκτρονικό εµπόριο. Μάλιστα, λέγεται ότι το ηλεκτρονικό εµπόριο αποτελεί το µέλλον των συναλλαγών και της απόκτησης αγαθών και υπηρεσιών, όπου κάθε άτοµο θα έχει την δυνατότητα απόκτησης

αντικειµένων από το ίδιο του το σπίτι µε την χρησιµοποίηση των πιστωτικών καρτών. Γενικότερα, οι συµβάσεις που καταρτίζονται από απόσταση ενέχουν κινδύνους. Συµπερασµατικά λοιπόν, µπορούµε να πούµε ότι οι κίνδυνοι που ενέχει η χρησιµοποίηση των πιστωτικών καρτών είναι υπαρκτοί και µπορούν να εκδηλωθούν σε οποιαδήποτε στιγµή (Πατρινός,1999).

59

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ: Η ΛΙΑΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ
4.1 ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ Η ΛΙΑΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ
Ο Όρος «Τραπεζικές υπηρεσίες προς τους καταναλωτές» είναι η πλέον εύστοχη απόδοση του αγγλοσαξονικού όρoυ «Retail Banking» είναι δηλαδή οι υπηρεσίες των χρηµατοπιστωτικών οργανισµών, γενικών Τραπεζών, και εξειδικευµένων Τραπεζών. Το αντικείµενο /αποστολή της λιανικής Τραπεζικής εστιάζεται στην ανάπτυξη εργασιών σε ιδιώτες µε στόχο την αύξηση των πωλήσεων και του µεριδίου αγοράς, και τη συνεχή βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της Τράπεζας στον τοµέα αυτό, ελέγχοντας παράλληλα την έκθεση της Τράπεζας σε κίνδυνο. Οι Τράπεζες τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να αναπτύξουν τον τοµέα της λιανικής τραπεζικής και να προσφέρουν νέα και διαφοροποιηµένα προϊόντα και υπηρεσίες όπου κυρίαρχο ρόλο διαδραµατίζουν: Η ποιότητα και η ταχύτητα εξυπηρέτησης Η τιµή πώλησης της υπηρεσίας ή του προϊόντος Οι άµεσες και έµµεσες ωφέλειες στον πελάτη Η ευελιξία και η δυνατότητα προσαρµογής στις ανάγκες του πελάτη. Παράλληλα καθιερώνουν την ιδέα της δέσµης υπηρεσιών και αναζητούν ευκαιρίες για την δηµιουργία ισόβιας σχέσης µε την πελατεία τους και να αυξήσουν το µερίδιο τους στο πορτοφόλι του καταναλωτή-πελάτη. Η αξιοποίηση των ευκαιριών επέκτασης των εργασιών και συνεπώς αύξησης των κερδών που προσφέρει η ιδιωτική πελατεία προϋποθέτει: την επιλογή ανάλογης µακροπρόθεσµης πολιτικής τον προσανατολισµό της επιχείρησης προς τις ανάγκες και τις απαιτήσεις µιας συνεχώς µεταβαλλόµενης αγοράς τον έλεγχο των στοιχείων που επηρεάζουν το κόστος λειτουργίας και παραγωγής

60

την εκπαίδευση του προσωπικού της Τράπεζας στα προϊόντα και τις υπηρεσίες της λιανικής Τραπεζικής (Κουµπαρέλη Α,) Στο σηµερινό ιδιαίτερα έντονο ανταγωνιστικό περιβάλλον της λιανικής Τραπεζικής οι Τράπεζες καλούνται να αντιµετωπίσουν τις εξής προκλήσεις: • • • Μείωση του κόστους ανά συναλλαγή Μείωση του χρόνου αναµονής των πελατών στα ταµεία ∆ιεύρυνση των φυσικών σηµείων και του ωραρίου εξυπηρέτησης των πελατών χωρίς ταυτόχρονη αύξηση του κόστους λειτουργίας τους • Μεγαλύτερη ευκολία πώλησης προϊόντων, θέτοντας στην διάθεση του πελάτη ένα βολικό µηχανισµό τακτικής πληρωµής µε µετρητά των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη χρήση των τραπεζικών προϊόντων • • • Ευελιξία και ταχύτητα διάθεσης νέων προϊόντων Αποδοτικότερη αξιοποίηση του χρόνου των εργαζοµένων Ενδυνάµωση της εικόνας του οργανισµού µε την χρήση καινοτόµων τεχνολογιών “φιλικών” προς τον πελάτη

Η λιανική Τραπεζική αναµορφώνεται επαγρυπνεί, µεταβάλλεται και είναι πάντα έτοιµη µε ευρεία γκάµα υπηρεσιών για να ικανοποιήσει τον πελάτη. Οι λιανικές Τράπεζες µε τις κατάλληλα διαφοροποιούµενες ή νέες υπηρεσίες πρέπει να καλύπτουν τις τραπεζικές ανάγκες και επιθυµίες όλων των διαστάσεων της παγκόσµιας κοινωνίας µε την ευρύτατη πολιτιστική ποικιλοµορφία(http://www.economics.gr/articleData/MX/2006/Sountourli2.htm)

4.2 ΛΙΑΝΙΚΕΣ ΤΡΑΠΕΖΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ
Με κριτήριο το ρόλο της Τράπεζας στην προσφορά υπηρεσιών, εάν δηλαδή η Τράπεζα αποκτά απαίτηση (π.χ. δάνειο) ή δηµιουργεί οφειλή (π.χ. κατάθεση) ή αναλαµβάνει την υποχρέωση να διεκπεραιώσει συγκεκριµένο έργο (π.χ. αποστολή κεφαλαίων) έναντι αµοιβής, διακρίνουµε τις Τραπεζικές εργασίες σε ενεργητικές, παθητικές και µεσολαβητικές.

61

α) Ενεργητικές Η χορήγηση κάθε είδους δανείων δηµιουργεί σχέση δανειστή δανειζόµενου. Την ιδιότητα του δανειστή έχει η Τράπεζα η οποία µε τη συναρµολόγηση και εκταµίευση του δανείου αποκτά απαίτηση για την επιστροφή των κεφαλαίων από τον δανειζόµενο πελάτη. Τα κεφάλαια που συνολικά έχει χορηγήσει η Τράπεζα στα πλαίσια της χρηµατοδοτικής της δραστηριότητας αποτελούν απαιτήσεις και καταχωρούνται στο ενεργητικό του ισολογισµού της γι αυτό και ονοµάζουµε αυτές τις εργασίες «ενεργητικές».

β) Παθητικές Εργασίες Ο όρος «παθητικές εργασίες»συνδέεται µε σχέση καταθέτη –Τράπεζας, κατά την οποία η Τράπεζα ενέχει τη θέση του οφειλέτη των κεφαλαίων που τηρούνται στο λογαριασµό του καταθέτη και οφείλει να τα επιστρέψει στο δικαιούχο στο συµφωνηθέντα χρόνο, και µε το συµφωνηθέντα τόκο. Από λογιστικής πλευράς οι οφειλές της Τράπεζας καταχωρούνται στο παθητικό του ισολογισµού της και ονοµάζονται «παθητικές εργασίες».

γ)Μεσολαβητικές εργασίες Στις µεσολαβητικές εργασίες η Τράπεζα κατά την διεξαγωγή τους δεν έχει την ιδιότητα ούτε του οφειλέτη ούτε του δανειστή κεφαλαίων. Απλώς µεσολαβεί στη διεξαγωγή µιας συναλλαγής, χωρίς να διαχειρίζεται κεφάλαια αλλά παρέχοντας την τεχνογνωσία της, τη χρήση του δικτύου καταστηµάτων, τον ηλεκτρονικό εξοπλισµό. Για αυτή τη διαµεσολαβητική της εργασία λαµβάνει την ανάλογη αµοιβή.

4.3 ΚΑΤΑΝΑΛ ΤΙΚΗ ΠΙΣΤΗ
Η καταναλωτική πίστη –πιστοδοτήσεις κυρίως µε την µορφή δανείων και καρτών αποτελεί τµήµα των χορηγητικών εργασιών µιας τράπεζας και καλύπτει τη χρηµατοδότηση φυσικών προσώπων για την απόκτηση καταναλωτικών αγαθών ή υπηρεσιών ή την κάλυψη προσωπικών τους

62

αναγκών, η ικανοποίηση των οποίων θα απαιτούσε την παρέλευση κάποιου χρονικού διαστήµατος (Γκόρτσος, Χ., Αλεξάκης Π. 2006) Ο εν λόγο τοµέας ο οποίος έχει σηµειώσει τα τελευταία χρόνια ραγδαία εξέλιξη, θεωρείται σήµερα ως ένας από τους δυναµικότερους τοµείς της λιανικής τραπεζικής, αλλά και γενικότερα µια ιδιαίτερη αποδοτική και επιθυµητή µορφή χρηµατοδότησης. Χρηµατοδοτήσεις Καταναλωτικής Πίστης προσφέρονται σήµερα τόσο από τα χρηµατοπιστωτικά ιδρύµατα, όσο και από τις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών και εµπορικές επιχειρήσεις. Το ύψος και οι όροι δανείων καθορίζονται πλέον ελεύθερα από τα πιστωτικά ιδρύµατα.

Πλεονεκτήµατα Ο εν λόγω τοµέας παρουσιάζει σηµαντικά πλεονεκτήµατα για τις Τράπεζες, τα κυριότερα των οποίων είναι: 1. η µεγάλη διασπορά πιστωτικού κινδύνου (µεγάλος αριθµός

απαιτήσεων, µικρού σχετικού ύψους η κάθε µία) 2. οι σηµαντικές ωφέλειες που εξασφαλίζει (επιτοκιακά και µη έσοδα) 3. τα σηµαντικά ακόµη περιθώρια ανάπτυξης (δυνατότητα ευρύτερης χρήσης προϊόντων 4. καταναλωτικής πίστης από δυνητικούς πελάτες).

Μειονεκτήµατα Τα αρνητικά σηµεία εντοπίζονται σε: 1. αυξηµένο λειτουργικό κόστος(αναφορικά µε την έγκριση, την

παρακολούθηση και τη λειτουργική στήριξη πολυάριθµων δανειακών λογαριασµών) 2. κίνδυνο δηµιουργίας επισφαλειών (δυσκολία στάθµισης της

πιστοληπτικής ικανότητας των δανειοληπτών λόγω έλλειψης σοφούς εικόνας των συνολικών τους τακτών υποχρεώσεων. 3. κοστοφόρες και χρονοβόρες διαδικασίες επαείσπαραξης των

ληξιπρόθεσµων οφειλών 4. µικρού ύψους απαιτήσεις σε σχέση µε τα απαιτούµενα έξοδα

63

Η αξιοποίηση των προαναφερθέντων πλεονεκτηµάτων, αλλά και των δυνατοτήτων που προσφέρει η νέα τεχνολογία για ανάπτυξη συστηµάτων πληροφοριών και αξιολόγησης των δανειοληπτών, καθώς και η ουσιαστική ενεργοποίηση του ειδικού φορέα παροχής τεκµηριωµένης πληροφόρησης για το συνολικό ύψος των πιστώσεων που ενδεχοµένως έχουν χορηγηθεί σε έναν υποψήφιο πελάτη ,γνωστού ως «Λευκή Λίστα» ή «Λευκός Τειρεσίας», µπορεί να περιορίσει σηµαντικά τους όποιους κινδύνους αναλαµβάνουν οι Τράπεζες.

4.4

ΜΟΡΦΕΣ

ΧΡΗΜΑΤΟ∆ΟΤΗΣΗΣ



ΠΡΟΣΦΕΡΟΜΕΝΑ

ΠΡΟΙΟΝΤΑ
α. Μορφές Χρηµατοδότησης Οι βασικές µορφές χρηµατοδότησης είναι οι ακόλουθες: • • • • • ∆άνεια Εκχώρηση επιχειρηµατικών απαιτήσεων(retail factoring) Κάρτες Υπεραναλήψεις από τους λογαριασµούς καταθέσεων(overdraft) Πράξεις συµφώνου επαναγοράς µε δικαίωµα επαναπώλησης (reverse repos) β. Προσφερόµενα προϊόντα Τα κυριότερα προϊόντα καταναλωτικής πίστης διακρίνονται ως εξής: • • • Καταναλωτικά δάνεια Προσωπικά δάνεια Πιστωτικές κάρτες

4.5 ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΠΡΟΙΟΝΤ Ν ΚΑΤΑΝΑΛ ΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΗΣ
Καταναλωτικά δάνεια Χορηγούνται για την αγορά κάποιου συγκεκριµένου αγαθού ,και για την κάλυψη δαπανών από παροχή συγκεκριµένων υπηρεσιών .Για αυτό 64

απαιτείται η απόδειξη του σκοπού του δανείου και εποµένως η προσκόµιση δικαιολογητικού που αφορά την αγορά του εν λόγω αγαθού η υπηρεσίας. Το ύψος του επιτοκίου ,καθώς και ο χρόνος αποπληρωµής ποικίλλει. Οι διασφαλίσεις που ζητεί η Τράπεζα για την χορήγηση δανείου είναι (π.χ. ύπαρξη εγγυητή, προσωπική ασφάλιση, ενεχυρίαση του αυτοκινήτου ) (Γκόρτσος Χ., Αλεξάκης Π., 2006)

Προσωπικά δάνεια Χορηγούνται χωρίς να απαιτείται η προσκόµιση δικαιολογητικών που να αποδεικνύουν το σκοπό της δανειοδότησης .Μπορεί να χορηγηθούν είτε µε την µορφή δανείου µε τοκοχρεολυτικές δόσεις τακτής λήξης είτε µε την µορφή ορίου ανακυκλούµενης πίστωσης. Μια τέτοια µορφή είναι και το ανοιχτό δάνειο ,όπου η Τράπεζα εγκρίνει ένα ανώτατο όριο πίστωσης και ο πελάτης έχει την δυνατότητα τµηµατικών ή εφάπαξ αναλήψεων. Στην ίδια κατηγορία εντάσσονται και οι υπεραναλήψεις από λογαριασµούς καταθέσεων

(overdraft),όπου οι τόκοι υπολογίζονται τοκαριθµικά, αλλά ανά εξάµηνο.

Πιστωτικές Κάρτες( Credit Cards ) ∆ίνουν στον κάτοχο το δικαίωµα να κάνει αγορές διάφορων ειδών µέχρι ένα ορισµένο ύψος ποσού που καθορίζει η Τράπεζα ,χωρίς να πληρώνει µετρητά, τα οποία πληρώνει αργότερα η Τράπεζα ή τα εξοφλεί µε άµεση χρέωση του λογαριασµού που τηρεί σε αυτή. Ο αριθµός των καταστηµάτων από όπου µπορεί να κάνει αγορές είναι µεγάλος και αφορά εκείνα τα καταστήµατα που έχουν συµβληθεί µε την Τράπεζα και δέχονται τις πλαστικές κάρτες της. Η διαπίστωση του αν ο κάτοχος της κάρτας έχει το δικαίωµα να κάνει µια αγορά ορισµένου ύψους γίνεται online µέσω κεντρικού computer που παρέχει πληροφορία ,ή σε εσωτερικό µόνο ή σε διεθνές επίπεδο. Οι κάρτες διακρίνονται σε διάφορα είδη µε βάση διαφορετικά κριτήρια (το είδος υπηρεσίας που παρέχουν, τον εκδότη).Οι κάρτες που εκδίδονται από τα χρηµατοπιστωτικά ιδρύµατα µε κριτήριο τη χρήση της κάρτας που αφορούν την Καταναλωτική Πίστη είναι οι ακόλουθες: • Πιστωτικές κάρτες ανακυκλούµενης πίστωσης (revolving credit) 65



Πιστωτικές διευκόλυνσης

κάρτες

µη

ανακυκλούµενης

πίστωση

ή

κάρτες

∆ικαιούχοι των πιστωτικών καρτών είναι κάθε φυσικό πρόσωπο (ηµεδαπό ή αλλοδαπό)µε µόνιµη κατοικία στην Ελλάδα. Οι πιστωτικές κάρτες και οι κάρτες διευκόλυνσης είναι προϊόντα που συγκεντρώνουν τρεις τραπεζικές λειτουργίες: Αποτελούν µέσα πληρωµής, δεδοµένου ότι µπορεί ο πελάτης να πληρώσει µετρητά • • Αποτελούν µέσα παροχής καταναλωτικής πίστης Αποτελούν εγγύηση του εκδότη προς τις συµβεβληµένες επιχειρήσεις Το πιστωτικό όριο καθορίζεται ανάλογα µε την πιστοληπτική ικανότητα του κάθε πελάτη. Οι κάτοχοι των πιστωτικών καρτών µπορούν να προβαίνουν σε αγορές αγαθών και υπηρεσιών από τις συµβεβληµένες επιχειρήσεις στο εσωτερικό και εξωτερικό ,καθώς και σε αναλήψεις µετρητών µέχρι του ποσού που επιτρέπει το πιστωτικό όριο που τους έχει καθοριστεί µε την χρήση του pin, (personal identification number) και µε χρέωση του λογαριασµού της κάρτας τους. Υπέρβαση του πιστωτικού ορίου µπορεί να συνεπάγεται µε ποινή, πάγια ή ποσοστιαία ή και τα δύο. Άλλες Τράπεζες δεν επιβαρύνουν το ποσό υπέρβασης, πέραν του ποσού των τόκων του κεφαλαίου µε ενήµερο επιτόκιο. Επίσης, προβλέπεται ετήσια συνδροµή που ποικίλλει ανάλογα µε την κάρτα και την εκδότρια Τράπεζα. Οι κάτοχοι των καρτών αυτών έχουν την δυνατότητα είτε να εξοφλήσουν το σύνολο της οφειλής τους εφάπαξ ,είτε τµηµατικά ,µε ελάχιστες µηνιαίες καταβολές ,όπως αυτές καθορίζονται από την κάθε Τράπεζα. Για την Τράπεζα η πιστωτική κάρτα σηµαίνει αύξηση της προβολής και το κύρους της, αύξηση του κύκλου εργασιών της ,µε τη συναλλαγή µε επιχειρήσεις και ιδιώτες, αύξηση των συναλλαγών κατά πελάτη µια και η πιστωτική κάρτα µπορεί να χρησιµοποιηθεί και σαν κάρτα αυτόµατων συναλλαγών και κάρτα εγγύησης και αύξηση των εσόδων της από την είσπραξη προµηθειών, τόκων και συνδροµών. Νέος στόχος των Τραπεζών είναι είναι να αντικατασταθεί το σύνολο των καρτών µε τις λεγόµενες «έξυπνες» κάρτες(Smart Card) .Η κάρτα αυτή διαφέρει από τις πιστωτικές και χρεωστικές κάρτες ως προς τη δυνατότητα 66

αποθήκευσης πληροφοριών, υψηλότερη ασφάλεια στην διενέργεια των συναλλαγών και η δυνατότητα συµµετοχής σε εξελιγµένα προγράµµατα επιβράβευσης. Η δυναµική ανοδική πορεία των τριών βασικών κατηγοριών καταναλωτικής πίστης είναι εµφανής από το παρακάτω διάγραµµα. Η µέση ετήσια αύξηση των δανείων µέσω πιστωτικών καρτών στην περίοδο 20002004 ανήλθε στο 35,3% των προσωπικών δανείων στο 38,8% και των καταναλωτικών δανείων µε δικαιολογητικά το 18,0%.Όµως το 2004 επιταχύνθηκε η διάθεση προσωπικών δανείων (+60,5%) και καταναλωτικών δανείων µε δικαιολογητικά (+34,5%). Οι ρυθµοί αυτοί οφείλονται κατά κύριο λόγο α)στην απελευθέρωση της χρηµατοδότησης των καταναλωτών που ολοκληρώθηκε την 1η Ιουλίου 2003β)στη διαµόρφωση των επιτοκίων σε σχετικά χαµηλά επίπεδα γ)στο σχετικό χαµηλό ακόµη επίπεδο χρέωσης των νοικοκυριών ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ελλάδα, παρά την ραγδαία αύξηση του τα τελευταία χρόνια. Ειδικότερα η πλήρης απελευθέρωση της καταναλωτικής πίστης από 1ης Ιουλίου 2003, έδωσε την δυνατότητα στα νοικοκυριά να επιλέγουν τους όρους δανεισµού τους και την χρονική διάρκεια των δανείων τους σύµφωνα µε τις δυνατότητες τους .(το εισόδηµα τους διαχρονικά),λαµβάνοντας υπόψη το κόστος δανεισµού σε κάθε περίοδο και αξιοποιώντας τις ευκαιρίες που τους παρέχει η ελεύθερη αγορά. Όπως συνέβη και σε άλλες χώρες πριν την Ελλάδα, το τρέχον εισόδηµα έπαψε να αποτελεί το βασικό περιοριστικό παράγοντα των δυνατοτήτων των νοικοκυριών για την ικανοποίηση των καταναλωτικών αναγκών και αντικαταστάθηκε από το εισόδηµα που αποκτάται στη διάρκεια της ενεργού ζωής του κάθε ατόµου. Αυτό οδήγησε στη σηµαντικά αύξηση του χρέους των νοικοκυριών από τα καταναλωτικά δάνεια. (Οικονοµικό δελτίο ΑLPHA BANK, 2005) Στροφή των Τραπεζών στη Λιανική Τραπεζική,2005)

4.6 ΟΙ ΝΕΕΣ ΤΑΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΝΑΛ ΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΗΣ
Οι νέες τάσεις που έχουν διαµορφωθεί είναι οι ακόλουθες:

67

α. Η δηµιουργία νέων τύπων τραπεζικών καταστηµάτων (open 24) που εξυπηρετούν τους ιδιώτες πελάτες σε 24ωρη βάση για συγκεκριµένες συναλλαγές. β. Η αξιοποίηση του πελατολογίου των τραπεζών διευκολύνει τις

διασταυρούµενες πωλήσεις (cross selling) χρηµατοδοτικών προϊόντων. γ. Μεγάλη σηµασία δίνεται στην ποιοτική εξυπηρέτηση του πελάτη (customer service) που προσφέρουν οι Τράπεζες στους πελάτες τους, δίνοντας την αίσθηση ότι αντιµετωπίζονται σαν µια ξεχωριστή περίπτωση, είτε

απολαµβάνοντας προϊόντα προσαρµοσµένα στις ατοµικές τους ανάγκες είτε επιλύοντας µε ικανοποιητικό τρόπο τα προβλήµατα τους. δ. Η καταναλωτική Πίστη ασκείται και από εξωτερικού φορείς (ασφαλιστικές εταιρείες, ιδιωτικοί χρηµατοπιστωτικοί οργανισµοί). ε. Η νέα τεχνολογία ασκεί ήδη καταλυτική επίδραση στον τοµέα της Καταναλωτικής Πίστης καθώς συµβάλλει : • • • • • µείωση του λειτουργικού κόστους εφαρµογή αξιόπιστων µηχανογραφικών συστηµάτων πληροφοριών αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας των δανειοληπτών πρόληψη του πιστωτικού κινδύνου αποτελεσµατική διαχείριση του ληξιπρόθεσµου χαρτοφυλακίου.

Ο ανταγωνισµός µεταξύ των πιστωτικών ιδρυµάτων εντείνεται διαρκώς και έχει οξυνθεί λόγω της απελευθέρωσης της Καταναλωτικής Πίστης, είναι βέβαιο όµως ότι θα λειτουργήσει προς όφελος των καταναλωτών

εξασφαλίζοντας ευνοϊκότερους όρους δανεισµού. Απαιτείται όµως προσοχή από την πλευρά των καταναλωτών για την λελογισµένη χρήση των προϊόντων Καταναλωτικής Πίστης για την αποφυγή υποχρεωµένων νοικοκυριών, αλλά και στη λειτουργία των Τραπεζών µέσα στα πλαίσια της παραδεδεγµένης Τραπεζικής δεοντολογίας βελτιώνοντας παράλληλα τα αναγκαία συστήµατα πληροφοριών δανειοληπτών. και αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας των

68

4.7 ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΠΙΣΤΗ
Τα πιστωτικά ιδρύµατα που λειτουργούν στην Ελλάδα χορηγούν δάνεια στα φυσικά πρόσωπα (ιδιώτες)για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών τους. Το ύψος και οι όροι των δανείων καθορίζονται ελεύθερα από τα πιστωτικά ιδρύµατα Αντικείµενο της Στεγαστικής Πίστης είναι η δανειοδότηση των ιδιωτών για την κάλυψη των αναγκών τους για:

(http://www.oek.gr/index.php?option=content&task=view&id=116). • αγορά ανέγερση αποπεράτωση ή επέκταση, βελτίωση επισκευή ή συντήρηση κατοικίας ή • • επαγγελµατικής στέγης, για ιδιόχρηση ή εκµετάλλευση αγορά οικοπέδου µε σκοπό την ανέγερση επ΄ αυτού κατοικίας ή επαγγελµατικής στέγης • • εξωραϊσµό προσόψεων ,βελτίωση κοινόχρηστων χώρων αναστήλωση, επισκευή, βελτίωση ή συντήρηση των παραδοσιακών κτιρίων που • • προορίζονται για κατοικία ή άλλη χρήση /εκµετάλλευση εξόφληση στεγαστικών δανείων άλλων Τραπεζών

∆ικαιούχοι στεγαστικών δανείων είναι φυσικά πρόσωπα(ιδιώτες): • Με ελληνική υπηκοότητα ή ιθαγένεια περιλαµβανόµενων και των οµογενών κατοίκων • • του Εξωτερικού Υπήκοοι κρατών-µελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκτός του

διπλωµατικού προσωπικού • • των πρεσβειών ή διπλωµατικών αποστολών. Υπήκοοι κρατών µη µελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχουν συµπληρώσει 3 ετή • συνεχή διαµονή στην Ελλάδα και υποβάλλουν φορολογική δήλωση ,εκτός του • διπλωµατικού προσωπικού των ξένων πρεσβειών ΄των διπλωµατικών αποστολών. 69

Οι δανειολήπτες έχουν να επιλέξουν µεταξύ πέντε βασικών κατηγοριών στεγαστικών δανείων. Αφού αντισταθµίσουν τα πλεονεκτήµατα και τα µειονεκτήµατα κάθε κατηγορίας, εν συνεχεία θα πρέπει να αναζητήσουν την τράπεζα µε την καλύτερη προσφορά. Τα προγράµµατα που προσφέρουν σήµερα οι τράπεζες είναι τα εξής:

1. Κυµαινόµενου επιτοκίου Πρόκειται για τα δάνεια µε τα χαµηλότερα επιτόκια, τα οποία ξεκινούν από το 4%. Συνιστώνται σε «επιθετικούς» δανειολήπτες που θέλουν να ρισκάρουν στο επιτόκιο. Το τελευταίο έχει ως βάση υπολογισµού του είτε το βασικό επιτόκιο του ευρώ είτε το επιτόκιο των διατραπεζικών αγορών Euribor. Το τελικό επιτόκιο προκύπτει από την πρόσθεση στο «ευρωπαϊκό» επιτόκιο του περιθωρίου (spread), το οποίο ποικίλλει από τράπεζα σε τράπεζα και µπορεί να φθάσει κατ' ελάχιστον το 0,50%. Στην προκειµένη περίπτωση το επιτόκιο αλλάζει µόνο όταν µεταβληθούν τα «ευρωπαϊκά» επιτόκια και όχι όταν η τράπεζα αλλάξει την τιµολογιακή πολιτική της. Με τα συγκεκριµένα προγράµµατα ο δανειοδοτούµενος διασφαλίζει ότι το κόστος δανεισµού του θα ακολουθεί πάντοτε την τάση που υπάρχει στην ευρωπαϊκή οικονοµία. Όταν τα επιτόκια κινούνται ανοδικά, θα αυξάνεται η δόση και αντίστροφα. Πέρα από το χαµηλό ύψος των επιτοκίων, τα συγκεκριµένα προγράµµατα έχουν το πλεονέκτηµα ότι επιτρέπουν στον δανειολήπτη να αποπληρώνει το δάνειό του πρόωρα χωρίς κανένα κόστος, µειώνοντας µε αυτόν τον τρόπο τόσο το ύψος των µελλοντικών δόσεων όσο και την επιβάρυνση από τους τόκους.

2. Σταθερού επιτοκίου Τα συγκεκριµένα προγράµµατα ταιριάζουν σε συντηρητικούς

δανειολήπτες, των οποίων τα εισοδήµατα είναι σταθερά (π.χ., µισθωτοί), καθώς ο µισθός τους αυξάνεται κάθε χρόνο, σε αντίθεση µε τη δόση, η οποία παραµένει σταθερή. Σήµερα οι τράπεζες προσφέρουν σταθερά επιτόκια για περιόδους από ένα ως και 25 έτη καθιστώντας ευκολότερη την κατάρτιση του οικογενειακού προϋπολογισµού και εξασφαλίζοντας σταθερές δόσεις ακόµη 70

και για το σύνολο της διάρκειας εξόφλησης. Το µειονέκτηµά τους, εκτός από το γεγονός ότι στις περισσότερες περιπτώσεις είναι υψηλότερα σε σχέση µε τα κυµαινόµενα, εντοπίζεται στις ποινές που επιβάλλουν οι τράπεζες σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης.

3. Ανωτάτου επιτοκίου Πρόκειται για δάνεια «µέσου κινδύνου» µε κυµαινόµενο επιτόκιο ή σταθερό για τα πρώτα χρόνια, το οποίο επιβαρύνεται συνήθως µε ένα ποσοστό 0,50% σε σχέση µε τα κλασικά προγράµµατα της κατηγορίας, αλλά εξασφαλίζει µια «οροφή» στο κόστος δανεισµού. Αυτό σηµαίνει ότι σε καµία περίπτωση το επιτόκιο του δανείου δεν θα ξεπεράσει ένα προκαθορισµένο όριο, το οποίο συνήθως είναι 2 ποσοστιαίες µονάδες υψηλότερα από τα τρέχοντα επίπεδά του. Με αυτόν τον τρόπο ο δανειολήπτης γνωρίζει εκ των προτέρων ποια είναι η µέγιστη µηνιαία δόση που θα κληθεί να καταβάλει σε περίπτωση ανόδου των επιτοκίων του ευρώ µεγαλύτερης του 2%. Από την άλλη, θα επωφεληθεί από τη στιγµή που πρόκειται για κυµαινόµενο επιτόκιο όταν υπάρχει µείωση επιτοκίων.

4. Μεταβαλλόµενης διάρκειας Πρόκειται για δάνεια µε κυµαινόµενο επιτόκιο που εξασφαλίζουν σταθερές δόσεις για όλη τη διάρκεια του δανείου, η οποία µεταβάλλεται ανάλογα µε την πορεία των επιτοκίων. Όταν τα επιτόκια αυξάνονται, η διάρκεια µεγαλώνει ώστε η δόση να παραµείνει σταθερή και αντιστρόφως. Βέβαια υπάρχουν δύο σοβαρά µειονεκτήµατα. Πρώτον, η αύξηση της διάρκειας εξόφλησης συνεπάγεται και αύξηση των καταβαλλοµένων τόκων, µε αποτέλεσµα την άνοδο του συνολικού κόστους δανεισµού. ∆εύτερον, η διάρκεια του δανείου δεν µπορεί να επιµηκυνθεί απεριόριστα, καθώς η εξόφληση του δανείου πρέπει να έχει ολοκληρωθεί προτού ο δανειολήπτης συµπληρώσει τα 75 έτη.

5. Στεγαστικά σε συνάλλαγµα Το κέρδος µε τα εν λόγω προγράµµατα επιτυγχάνεται από τα χαµηλότερα επιτόκια που ισχύουν σε άλλες οικονοµίες, όπως η ελβετική, σε 71

σχέση µε την Ευρωζώνη. Τα στεγαστικά αυτά χορηγούνται είτε µε κυµαινόµενο επιτόκιο που µπορεί να ξεκινά από 3,15% (Libor + περιθώριο τράπεζας) έναντι 4% των χορηγήσεων σε ευρώ ή µε σταθερό επιτόκιο που για τον πρώτο χρόνο µπορεί να πέσει ακόµη και στο 2,50%. δανειολήπτης αναλαµβάνει δύο κινδύνους, τον επιτοκιακό στόσο ο και τον

συναλλαγµατικό. Ο επιτοκιακός κίνδυνος υφίσταται από τη στιγµή που το επιτόκιο δανεισµού είναι κυµαινόµενο και εξαρτάται από το Libor. στόσο η

τρέχουσα διαφορά µεταξύ των επιτοκίων του ευρώ και του ελβετικού φράγκου εκτιµάται ότι θα υπάρχει και στο µέλλον. Από την άλλη, σε σχέση µε τον συναλλαγµατικό κίνδυνο, µε δεδοµένο ότι ο πελάτης πληρώνει σε ευρώ, τα οποία µετατρέπονται σε φράγκα για να αποπληρωθεί η δόση, υπάρχει το ρίσκο της ανατίµησης του ελβετικού νοµίσµατος. στόσο η ισοτιµία ευρώ - ελβετικού φράγκου έχει επιδείξει στο

παρελθόν ιδιαίτερα χαµηλή µεταβλητότητα (volatility). Συγκεκριµένα τα τελευταία πέντε έτη η ισοτιµία κινήθηκε εντός ενός ορίου -5%-+5% και τον τελευταίο χρόνο -3%-+3%. (www.analyzeit.gr%2FeBanking). Η αξιολόγηση των αιτηµάτων του πελάτη για την χορήγηση του δανείου περιλαµβάνει εξέταση των παρακάτω παραγόντων: • • • • • • Η πιστοληπτική ικανότητα (ικανότητα αποπληρωµής) Η πιστωτική συµπεριφορά(φερεγγυότητα) Ο σκοπός της χρηµατοδότησης Η ποιότητα της πίστωσης Η εξασφάλιση της απαίτησης Η δυνατότητα οµαλής αποπληρωµής

Κατηγορίες Στεγαστικών ∆ανείων Τα στεγαστικά δάνεια διακρίνονται σε ορισµένες κατηγορίες .Οι δύο µεγαλύτερες εξ αυτών είναι τα µη επιδοτούµενα και τα επιδοτούµενα δάνεια. Στην κατηγορία των επιδοτούµενων έχουµε: • • δάνεια επιδοτούµενα από το Ελληνικό ∆ηµόσιο δάνεια του Οργανισµού Εργατικής και Λαϊκής Κατοικίας, επιδοτούµενα από τον ΟΕΚ 72



δάνεια για τη στεγαστική αποκατάσταση οµογενών Ελλήνων παλιννοστούντων και Ελλήνων τσιγγάνων µε την εγγύηση και την επιδότηση του Ελληνικού ∆ηµοσίου



δάνεια προς διάφορες κατηγορίες πληγέντων είτε µε την εγγύηση του Ελληνικού ∆ηµοσίου, είτε µε την κρατική

επιχορήγηση ,είτε µε την επιδότηση του Ελληνικού ∆ηµοσίου.

Μη επιδοτούµενα Είναι τα δάνεια που απευθύνονται σχεδόν σε όλους τηρούµενων βέβαια κάποιων προϋποθέσεων, όπως επαρκούς πιστοληπτικής ικανότητας, φερεγγυότητας, καθώς και των προϋποθέσεων που αφορούν το

χρηµατοδούµενο ακίνητο. Αξίζει να σηµειωθεί ότι δεδοµένου του έντονου ανταγωνισµού µεταξύ των Τραπεζών, υπάρχει πληθώρα προιντων

στεγαστικής δανείων τέτοιων ώστε ο υποψήφιος δανειολήπτης να µπορέσει να ικανοποιήσει την ανάγκη για στέγαση επιλέγοντας το προϊόν εκείνο που είναι πιο συµφέρον για αυτόν. (http://www.oek.gr/index.php?option=content&task=view&id=116)

Επιδοτούµενα από το Ελληνικό ∆ηµόσιο Σύµφωνα µε τις Υπουργικές Αποφάσεις 2032215/24.06.1991 και 65156/1366/09.09.1993 προβλέπεται η χορήγηση στεγαστικών δανείων σε φυσικά πρόσωπα για την απόκτηση πρώτης κατοικίας ,µε επιδοτούµενο κατά ένα ποσοστό επιτόκιο. Προϋποθέσεις για την χορήγηση στεγαστικού δανείου από το Ελληνικό ∆ηµόσιο είναι ο/η σύζυγος και τα άγαµα τέκνα τους µέχρι 18 ετών ή 25 ετών που σπουδάζουν ,εφόσον δεν έχουν οικονοµική αυτοτέλεια ετησίως µεγαλύτερη των 1200€ ή έχοντα αναπηρία τουλάχιστον 67% ανεξαρτήτως ηλικίας να µην έχουν πλήρη κυριότητα ή επικαρπία ή οίκηση, ή νοµή σε διαµέρισµα, οικία ή αστικό οικοδόµηµα ή να µην είναι ιδιοκτήτες κατοικιών σε πόλη άνω των 3000 κατοίκων που καλύπτουν τις στεγαστικές τους ανάγκες. Η επιδότηση του επιτοκίου , που παρέχεται για διάστηµα ίσο προς το ½ της διάρκειας του δανείου µέχρι και 8 χρόνια ,κατ ανώτατο συσχετίζεται

73

ποσοστιαία µε τα σταθερά και κυµαινόµενα επιτόκια των στεγαστικών δανείων, στρογγυλοποιηµένα στο πλησιέστερο τέταρτο της µονάδας.

74

ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΠΕΜΠΤΟ:

ΕΣΟ∆Α

ΚΑΙ

ΚΟΣΤΗ

ΠΟΥ

ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ RETAIL BANKING
5.1 ΚΑΘΑΡΑ ΕΣΟ∆Α ΑΠΟ ΤΟΚΟΥΣ (NET INTEREST INCOME)
Πρέπει να τονιστεί σε αυτό το σηµείο η µεγάλη διαφορά µεταξύ των επιτοκίων χορηγήσεων και καταθέσεων, το λεγόµενο περιθώριο ή spread. Είναι γνωστό ότι οι καταθέσεις αποτελούν τη βασική πηγή άντλησης κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυµάτων, τα οποία στη συνέχεια χρησιµοποιούν για να χρηµατοδοτήσουν τους δανειολήπτες. Εποµένως οι τράπεζες δανείζονται «φθηνά» αλλά δανείζουν «ακριβά».Η διαφορά αυτή αποτελεί τα Καθαρά Έσοδα από Τόκους. Βέβαια η Κεντρική Τράπεζα προκειµένου να δώσει άδεια λειτουργίας σε ένα πιστωτικό ίδρυµα απαιτεί από αυτό για κάθε ένα ευρώ που δανείζει να κρατά ένα ποσοστό, το οποίο αντλεί από τους µετόχους και δανειστές της, σαν κεφάλαιο επειδή το ρίσκο είναι πάντα στην πλευρά του δανειστή. Για τα δάνεια χωρίς εξασφαλίσεις όπως τα προσωπικά, το απαιτούµενο ποσό διακράτησης είναι µεγαλύτερο – ακόµα και διπλάσιο – από τα υπόλοιπα όπως για παράδειγµα τα στεγαστικά. Αυτός ο περιορισµός υφίσταται για να απορροφήσει τυχόν κινδύνους αν οι δανειολήπτες δεν πληρώσουν, να δηµιουργήσει το απαιτούµενο κεφάλαιο για την κεφαλαιακή επάρκεια µιας τράπεζας, να προστατέψει τους πελάτες και τελικά το ίδιο το τραπεζικό σύστηµα. Το κεφάλαιο αυτό ονοµάζεται Tier I capital. Τα τελευταία χρόνια οι τράπεζες προκειµένου να αυξήσουν τις χορηγήσεις τους έχουν προχωρήσει σε τιτλοποίηση των απαιτήσεων τους. Με την τιτλοποίηση (securitization) ουσιαστικά τα πιστωτικά ιδρύµατα εκχωρούν τις απαιτήσεις από τους πελάτες τους µε τη µορφή τίτλων σε επενδυτές που επιθυµούν αποδόσεις µεγαλύτερες από αυτές που

προσφέρουν τα παραδοσιακά τραπεζικά προϊόντα και µε χαµηλό κίνδυνο. Πρέπει να τονιστεί ότι το χαρτοφυλάκιο που εκχωρείται είναι το «καλό χαρτοφυλάκιο» απελευθερώνουν για κάθε κατηγορία τα οποία δανείου. θα Με αυτό τον τρόπο για να

κεφάλαια

χρησιµοποιήσουν

δηµιουργήσουν νέες χορηγήσεις και θα βελτιώσουν το δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας. Για τους πελάτες δεν υπάρχει καµία µεταβολή στους όρους εξυπηρέτησης του δανείου τους.

75

5.2 ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
Επιπλέον οι τράπεζες είναι υποχρεωµένες να υπολογίζουν προβλέψεις για τα δάνεια που τυχόν δεν θα αποπληρωθούν. Το ποσοστό των προβλέψεων συνήθως κυµαίνεται στο 1% µε 2% του κεφαλαίου του δανείου. Είναι λογικό ότι οι µεγαλύτερες προβλέψεις γίνονται στα µη καλυπτόµενα δάνεια όπως τα προσωπικά, τα ανοικτά και τις κάρτες. Οι τράπεζες έχουν αναπτύξει εσωτερικές µεθόδους βαθµολόγησης των πελατών οι οποίες όµως εναρµονίζονται µε τις βασικές οδηγίες της Τράπεζας Ελλάδος.

5.3 ΕΙΣΦΟΡΑ ΤΟΥ Ν.128
Στην Ελλάδα οι χορηγήσεις επιβαρύνονται µε µία εισφορά η οποία αποδίδεται στην Τράπεζα Ελλάδος σε µηνιαία βάση σύµφωνα µε το Νόµο 128/75. Ο τράπεζες µετακυλύουν το κόστος αυτό απευθείας στον καταναλωτή αφού το ενσωµατώνουν στο επιτόκιο. Το ποσοστό που καλούνται να πληρώσουν οι δανειολήπτες ανέρχεται στο 0,6% στο µέσο µηνιαίο λογιστικό υπόλοιπο του δανείου. Από την εισφορά εξαιρούνται τα δάνεια προς τη ναυτιλία σε µια προσπάθεια στήριξης της ελληνικής ναυτιλίας. Επίσης τα στεγαστικά δάνεια επιβαρύνονται µε εισφορά µόνο 0,12% εκτός από τα εκείνα που χρησιµοποιούνται για τον εξοπλισµό. (Σακκέλης Ι., 1997)

5.4 ΤΑΜΕΙΟ ΕΓΓΥΗΣΗΣ ΚΑΤΑΘΕΣΕ Ν (T.E.K.)
Το Ταµείο Εγγύησης Καταθέσεων ιδρύθηκε µε το νόµο 2324/95 µε σκοπό την ενίσχυση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήµατος σε περίπτωση αδυναµίας ενός πιστωτικού ιδρύµατος να αποδώσει τις

καταθέσεις στους πελάτες. Στο Τ.Ε.Κ συµµετέχουν υποχρεωτικά όλα τα πιστωτικά ιδρύµατα της χώρας, εκτός του Ταχυδροµικού Ταµιευτηρίου και του Ταµείου Παρακαταθηκών και ∆ανείων, καθώς και τα εγκατεστηµένα στην Ελλάδα υποκαταστήµατα πιστωτικών ιδρυµάτων η καταστατική έδρα των οποίων βρίσκεται σε τρίτη, εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, χώρα εφόσον στη χώρα αυτή δεν ισχύει ισοδύναµο σύστηµα εγγύησης καταθέσεων. Οι 76

τράπεζες είναι υποχρεωµένες σε όλα σχεδόν τα τραπεζικά συστήµατα των ανεπτυγµένων χωρών να πληρώνουν εισφορά σαν εγγύηση για τις καταθέσεις τους αν σε περίπτωση χρεοκοπίας δεν είναι σε θέση να αποζηµιώσουν τους καταθέτες. Το ανώτατο όριο της αποζηµίωσης ανά πελάτη ανέρχεται στα 20.000 ευρώ αφού συµψηφιστούν οι καταθέσεις µε τυχόν υποχρεώσεις του στο πιστωτικό ίδρυµα. Από τον υπολογισµό των καταθέσεων που υπόκεινται σε εισφορά εξαιρούνται οι καταθέσεις των θυγατρικών εταιριών, των άλλων τραπεζών, τα repos και οι καταθέσεις του δηµόσιου τοµέα.

5.5 ΠΡΟΜΗΘΕΙΕΣ
Τα έσοδα από τις χορηγήσεις και τα έξοδα των καταθέσεων δεν προέρχονται µόνο από το τους τόκους. Οι τράπεζες χρεώνουν επιπλέον και προµήθειες για την εξυπηρέτηση του δανείου όπως έξοδα φακέλου, ασφάλιστρα για τα στεγαστικά δάνεια, έξοδα ενηµέρωσης των λογαριασµών, έξοδα για την έκδοση καρνέ επιταγών για τους λογαριασµούς όψεως ή έξοδα για τη µετατροπή σε ξένο νόµισµα. Τα έσοδα από προµήθειες (non-interest income) είναι η δεύτερη µεγάλη κατηγορία εσόδων των τραπεζών. Σύµφωνα µε τα ∆ιεθνή Λογιστικά Πρότυπα κάποια έσοδα που συνδέονται µε τα δάνεια και έως τώρα θεωρούνταν προµήθειες όπως τα έξοδα φακέλου ή τα έξοδα που πραγµατοποιούνται για την έγκριση του δανείου, θεωρούνται πλέον έσοδα από τόκους και δεν αναγνωρίζονται µε την εκταµίευση αλλά κατανέµονται σε όλη τη διάρκεια του δανείου σύµφωνα µε την αρχή των ∆εδουλευµένων (accrual basis) Αυτό διαφοροποιεί σηµαντικά την εικόνα που είχαµε ως τώρα για τη σύνθεση των εσόδων των τραπεζών. (Μελλάς Ι., 2002)

5.6 ΚΟΣΤΟΣ ΚΑΙ ∆ΕΙΚΤΗΣ ΚΟΣΤΟΣ / ΕΣΟ∆Α
Το κόστος που έχει µια τράπεζα προκειµένου να λειτουργήσει είναι µεγάλο σε σχέση µε έσοδα από τόκους. Ένας σηµαντικός δείκτης που µας βοηθάει να κάνουµε συγκρίσεις είναι ο δείκτης Κόστος / Έσοδα. Ένας δείκτης

77

45% σηµαίνει ότι η τράπεζα για κάθε 100 ευρώ εσόδου θα ξοδέψει 45 ευρώ από τα έσοδα από τόκους και προµήθειες. Τα κόστη περιλαµβάνουν το προσωπικό, τις εγκαταστάσεις, τον εξοπλισµό, το λογισµικό και τους υπολογιστές, τις τηλεπικοινωνίες και πολλά ακόµη.

5.7 ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ
Η φορολογία αποτελεί ένα σηµαντικό στοιχείο που µειώνει τα έσοδα µιας τράπεζας και είναι το µόνο στο οποίο δεν µπορεί να επέµβει. (Μελλάς Ι., 2002)

5.8 ΕΣ ΤΕΡΙΚΗ ΚΟΣΤΟΛΟΓΗΣΗ Τ Ν ΠΡΟΙΟΝΤ Ν
Στο σηµείο αυτό πρέπει να αναφέρουµε τη µέθοδο µε την οποία οι σύγχρονες τράπεζες υπολογίζουν την κερδοφορία των καταθέσεων, των χορηγήσεων και όλων των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού τους. Στην προσπάθεια τους οι τράπεζες να διαµορφώσουν την καλύτερη εικόνα των αποτελεσµάτων τους, τόσο για την πληροφόρηση της διοίκησης όσο και για την πληροφόρηση των αναλυτών, έχουν δηµιουργήσει ένα σύστηµα εσωτερικής κοστολόγησης ή αλλιώς Funds Transfer Pricing (FTP). Για να κατανοήσουµε τη λειτουργία του θα περιγράψουµε το κύκλωµα της κοστολόγησης των καταθέσεων και των χορηγήσεων. Είναι γνωστό ότι οι τράπεζες χρησιµοποιούν τα κεφάλαια των καταθέσεων έτσι ώστε να κάνουν χρηµατοδοτήσεις. Για αυτή την «υπηρεσία» του τµήµατος των καταθέσεων ή αλλιώς του δικτύου των καταστηµάτων τους δίνεται µια «αµοιβή» που συνδέεται µε το κόστος δανεισµού στη διατραπεζική αγορά (π.χ. euribor). Αυτή η αµοιβή αντικατοπτρίζει ποιο θα ήταν το κόστος δανεισµού αν δεν υπήρχαν τα κεφάλαια των καταθετών. Από την άλλη το έσοδο αυτό για τις καταθέσεις αποτελεί κόστος δανεισµού για τον τοµέα των χορηγήσεων και αφαιρείται από το επιτόκιο. Βέβαια διαφορετικά κοστολογούνται τα ανοιχτά δάνεια και διαφορετικά τα στεγαστικά ή τα οµολογιακά. Στα κεφάλαια των καταθέσεων περιλαµβάνονται 78

και οι υποχρεωτικές καταθέσεις στην Τράπεζα Ελλάδος (λογαριασµός nostro) καθώς και τα υπόλοιπα ταµείου. Τα ποσά αυτά έχουν κόστος για τις τράπεζες. Ο λογαριασµός των υποχρεωτικών καταθέσεων τα τελευταία χρόνια είναι έντοκος για όλο το ποσό σε αντίθεση µε τα προηγούµενα χρόνια όπου το µεγαλύτερο µέρος ήταν άτοκο. Το επιτόκιο όµως που δίνει η Κεντρική Τράπεζα είναι χαµηλότερο της διατραπεζικής αγοράς. Η διαφορά αυτή αποτελεί κόστος τι οποίο µειώνει την κερδοφορία του δικτύου. Από την άλλη τα υπόλοιπα που διακρατούνται στα ταµεία για την κάλυψη των αναγκών των καταστηµάτων σε µορφή ρευστού χρήµατος δεν διαχειρίζονται από το Treasury. Εποµένως και αυτά δηµιουργούν κόστος. Με αυτό τον τρόπο λειτουργεί το σύστηµα της κοστολόγησης για όλα τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού. Στην ουσία σε επίπεδο αποτελεσµάτων δε αλλάζει κάτι αφού ότι είναι έσοδο για µία µονάδα είναι έξοδο για µια άλλη. Τα επιτόκια αυτά συνδέονται όπως προαναφέρθηκε µε τα επιτόκια της διατραπεζικής αγοράς και ανάλογα διαµορφώνονται και τα επιτόκια δίνονται στους πελάτες. Εποµένως αν αυξηθεί το επιτόκιο της διατραπεζικής κατά 25 µονάδες βάσης σταδιακά θα αυξηθεί και το επιτόκιο ενός στεγαστικού δανείου µε κυµαινόµενο επιτόκιο. (Γκόρτσος Α., 2006)

79

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Το Retail Banking στη Ελλάδα και παγκοσµίως αν και έχει κάνει δραµατικές προόδους δεν σηµαίνει ότι δεν µπορεί να εξελιχθεί περισσότερο. Κάθε άλλο µάλιστα. Το τραπεζικό σύστηµα σήµερα διαφέρει εµφανώς από το τραπεζικό σύστηµα της δεκαετίας του 1960. Το ίδιο θα διαφέρει και το τραπεζικό σύστηµα του 2030 σε σχέση µε το σηµερινό. Η µέχρι τώρα εµπειρία δείχνει ότι οι µεγάλες τράπεζες οι οποίες δραστηριοποιούνται σε παγκόσµιο επίπεδο θα συνεχίσουν να το κάνουν ωσότου «κατακτήσουν» τον κόσµο. Το internet banking θα πάρει τη θέση των παραδοσιακών τραπεζικών εργασιών. Οι µη τραπεζικοί οργανισµοί θα όπως οι χρηµατιστηριακές και οι ασφαλιστικές εταιρίες θα πάρουν ένα µεγάλο κοµµάτι της τραπεζικής πελατείας και έτσι θα ενταθεί ο ανταγωνισµός ακόµα περισσότερο. Τα καταστήµατα θα σταµατήσουν να υπάρχουν όπως τα γνωρίζαµε ως τώρα και θα προωθούν διάφορα προϊόντα όπως ακίνητα, ασφάλειες και συντάξεις. Μεγάλη είναι η πιθανότητα, λόγω και της ενιαίας αγοράς, οι µεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες να απορροφήσουν µικρότερες άλλων χωρών έτσι ώστε να δηµιουργήσουν ένα ισχυρό δίκτυο. Οι ελληνικές τράπεζες είναι σε πλεονεκτική θέση όσον αφορά την επέκτασή τους σε χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, τόσο γεωγραφικά όσο και σε σχέση µε την γενικότερη κουλτούρα των χωρών αυτών. Οι περισσότερες από αυτές είναι ή βρίσκονται στη διαδικασία να µπουν στην ζώνη του ευρώ, εποµένως µιλάµε για αναπτυσσόµενες αγορές. Αυτή η προοπτική είναι στρατηγικής σηµασίας και αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι πολλές από τις µεγάλες ελληνικές τράπεζες έχουν δηµιουργήσει

υποκαταστήµατα, κάποιες µάλιστα και δίκτυο, καθώς και θυγατρικές εταιρίες. Στο πεδίο της λιανικής τραπεζικής σίγουρα διαθέτουν πείρα και έµπειρο δυναµικό που θα τις βοηθήσει να κερδίσουν σηµαντικό µερίδιο της εγχώριας αγοράς. Το σίγουρο είναι ότι το Retail Banking θα συνεχίσει να «µεγαλώνει» παγκοσµίως τόσο στις αναπτυγµένες αγορές όσο και στις αναπτυσσόµενες όπως η Κεντρική Ευρώπη που είναι και ο χώρος που µας απασχολεί, σε συνδυασµό µε την αύξηση της ευηµερίας, των αποταµιεύσεων και των συντάξεων. Ας µην ξεχνάµε ότι είναι πολύ βασικό για µια οικονοµία να έχουν 80

οι καταναλωτές τη δυνατότητα να δανείζονται και σίγουρα είναι ένα πολύ ελκυστικό πεδίο για τη δραστηριοποίηση των τραπεζών. Το µεγάλο «κεφάλαιο» στο οποίο πρέπει να επενδύσουν οι τράπεζες είναι οι πελάτες. Οι πελάτες όπως είναι φυσικό αλλάζουν. Οι κύριες ανάγκες των σύγχρονων κοινωνιών είναι η ιδιοκτησία και οι συνταξιοδότηση. Κάποιος που θέλει να αποκτήσει κατοικία σήµερα πρέπει να αποταµιεύει για πολλά χρόνια και ίσως να αργήσει πάρα πολύ ή ακόµα και να µην τα καταφέρει. Επιπλέον η συνταξιοδότηση είναι ένα θέµα που προβληµατίζει κυρίως τους νέους αφού το µέλλον τους δεν είναι εξασφαλισµένο. Εποµένως οι δανειολήπτες είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί µε τις προσφερόµενες υπηρεσίες, τα επιτόκια και τα έξοδα που καλούνται να πληρώσουν. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι ίδιοι οι καταναλωτές έχουν τη δύναµη να πιέσουν προς την κατεύθυνση της µείωσης των επιτοκίων και των διαφόρων εξόδων καθώς και τη βελτίωση των παρεχόµενων υπηρεσιών. Αρκεί να το συνειδητοποιήσουν. Η έννοια κλειδί για το Retail Banking είναι οι διαπροσωπικές σχέσεις. Μέχρι σήµερα οι καταναλωτές επισκέπτονται τις τράπεζες όταν προκύψουν κάποιες ανάγκες. Οι ανάγκες αυτές διαφοροποιούνται ανάλογα µε την ηλικία, το βιοτικό ή το µορφωτικό επίπεδο. Οι υπάλληλοι έχουν µετατραπεί σε πωλητές και γίνεται προσπάθεια να αλλάξει η νοοτροπία των καταναλωτών και να εξυπηρετούνται από τα εναλλακτικά δίκτυα όπως τα ΑΤΜ, το internet και το phone – banking και να ξεφύγουν από τη γραφειοκρατία των γκισέ. Σίγουρα τα εναλλακτικά αυτά δίκτυα προσφέρουν ευκολία στους πελάτες και χαµηλό κόστος στις τράπεζες. Το κοινό όπως έχει φανεί ως τώρα υιοθετεί εύκολα τις νέες µεθόδους εξυπηρέτησης. Η εξοικείωση των ανθρώπων µε την τεχνολογία αυξάνεται συνεχώς αφού σχεδόν σε κάθε σπίτι υπάρχει ένας προσωπικός υπολογιστής και όλοι µας λίγο πολύ χρησιµοποιούµε το πλαστικό χρήµα στις συναλλαγές µας καθηµερινά. Ίσως σε µερικά χρόνια η ενηµέρωση του λογαριασµού µας θα γίνεται αποκλειστικά µέσω internet χωρίς επιστολές. Ένα φιλικό site µπορεί να µας εξυπηρετήσει εύκολα, γρήγορα και χωρίς την πιθανότητα λάθους για τις µικροσυναλλαγές ή και στη µεταφορά κεφαλαίων και µόνο όταν

81

χρειαζόµαστε πραγµατικές συµβουλές να πηγαίνουµε στο κατάστηµα µιας τράπεζας. Η αλλαγή θα έρθει από τις τράπεζες οι οποίες πρέπει να παίξουν το ρόλο του δια βίου συµβούλου στους πελάτες τους. Πρέπει να εντοπίζουν και να αναλύουν τις ανάγκες των καταναλωτών για όλη τη διάρκεια της ζωής τους έτσι ώστε να µπορούν να σχεδιάσουν τις καλύτερες λύσεις. Από την ενηλικίωση κατά την οποία οι νέοι έχουν την ανάγκη των σπουδών ή της έναρξης κάποιας επαγγελµατικής δραστηριότητας έως τη συνταξιοδότηση που κάποιος θέλει να χαρεί τους κόπους της ζωής του. Αυτές οι ανάγκες αναµένεται να µεγαλώσουν στο µέλλον. Οι υπάλληλοι δεν αρκεί να γνωρίζουν απλά τις διαδικασίες αλλά να παίζουν το ρόλο του συµβούλου που θα ασχοληθεί µε την κάθε περίπτωση χωριστά και θα γίνει ο «δικός τους άνθρωπος» σε κάθε ανάγκη που προκύπτει. Με αυτό τον τρόπο οι πελάτες θα είναι δύσκολο να φύγουν από µια τράπεζα και να πάνε σε κάποια άλλη. ∆εν είναι βέβαιο ότι η αλλαγή θα έρθει από τις µεγάλες τράπεζες. Οι µεγάλοι τραπεζικοί οργανισµοί είναι συνήθως

82

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Α. Κουµπαρέλη (2000),Στρατηγικές Ανάπτυξης Λιανικής Τραπεζικής, Επιστηµονικό Μάρκετινγκ Χ. Γκόρτσος, Π. Αλεξάκης, (2006)Εισαγωγή στις Τραπεζικές σπουδέςΤο Νοµισµατικό κα Χρηµατοπιστωτικό Περιβάλλον, τόµος Α Οικονοµικό δελτίο ΑLPHA BANK (2005), Στροφή των Τραπεζών στη Λιανική Τραπεζική Μ. Γλύκας-Γ. Ξηρογιάννης-Χ. Σταϊκούρας (2006) ,Οργάνωση και ∆ιοίκηση Χρηµατοπιστωτικών Οργανισµών Κ.Ι. Μελλάς, (2002), Εισαγωγή στην Τραπεζική Χρηµατοοικονοµική ∆ιοίκηση, Εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα Ναυτεµπορική, 2/4/2007 Alpha Bank, (2009) ∆ελτίο Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών, (2003), Αφιέρωµα στο Internet banking, Γ΄ τρίµηνο Γεωργιάδης Ν.Η, (2005), Ο Τραπεζικός Κλάδος στην Ελλάδα: Η Πορεία των Οικονοµικών Μεγεθών των Μεγάλων Εµπορικών

Τραπεζών το β’ εξάµηνο του 2005”, 02/2005, Investment Research & Analysis Journal. Γ. Στρατηγοπούλου, (2006), Λιανική Τραπεζική,Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήµιο Αθηνών. Οικονοµικό δελτίο ΑLPHA BANK, (2005) Στροφή των Τραπεζών στη Λιανική Τραπεζική Ε.Ι. Σακκέλης,(1997) «Λογιστική & Ελεγκτική ΤραπεζώΝ, Εκδόσεις Βρύκους Ε.Ε., Αθήνα Α. Σπανός (1997), Πώς παράγονται και Παρέχονται Αποτελεσµατικά Υπηρεσίες Ποιότητας Γ. Ι .Σιώµκος , (2001), Στρατηγικό Μάρκετινγκ,Εκδοτικός Οίκος Α. Σταµούλη, Αθήνα ∆..Γ. Παυλάκης, (2000), Τραπεζικό marketing στην πράξη. Εκδόσεις Πολυοδηγός, Αθήνα 9)Χ. Πρωτόπαπας, «Τράπεζες και Ποιότητα»1997, Εκδόσεις Σάκκουλα 83

Σ. Γούναρης, (2003), Μάρκετινγκ Υπηρεσιών, Εκδόσεις Rosili ∆.Γ. Παυλάκης, (2000), Τραπεζικό marketing στην πράξη, Αθήνα Κ. Λυµπερόπουλος (1994), Στρατηγικό Τραπεζικό Μάρκετινγκ,

Εκδόσεις ‘ Interbooks’ Οργανισµών» 2006, Εκδόσεις Παπαζήση Αγγελόπουλος, Χ., (2005), Τράπεζες και χρηµατοπιστωτικό σύστηµα, Αθήνα: Εκδόσεις Σταµούλης ∆ελτίο Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών, (05/06/2003), Β΄∆εκαετία, Έτος 7ο, αριθ.33, Αθήνα: ∆.Ε.Ε.Τ. Ζαχαριάδης, ∆., (2003), Χρήµα, πίστη, τράπεζες, Αθήνα: Εκδόσεις Σταµούλης Κιόχος, Π., (1993), Χρήµα, πίστη, τράπεζες, Αθήνα: Εκδόσεις Έλλην Bessis, J., (2002), Risk management in banking, 2nd Revised Edition, United Kingdom: Published by John Wiley and Sons

84

ΙΣΤΟΣΕΛΙ∆ΕΣ http://www.economics.gr/articleData/MX/2006/Sountourli2.htm http://www.oek.gr/index.php?option=content&task=view&id=116 www.analyzeit.gr%2FeBanking (http://www.oek.gr/index.php?option=content&task=view&id=116) Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος

el.wikipedia.org/wiki/Εθνική_Τράπεζα_της_Ελλάδος - 33k http://www.icap.gr/news/index_gr_7334.asp ΑΣΠΙΣ (2009), WWW.ASPISBANK.GR

85

86…...

Similar Documents

Premium Essay

Banking

...distill down to some very real and definable goals and practices. Various financial services adopted by green business are banks, credit card companies, insurance companies, consumer finance companies, stock brokerages and investment funds. Banking sector for great banking has its own significance. Green banking means promoting environmental friendly practices and reducing carbon footprint from banking activities. To aid the reduction of external carbon emission, bank should finance green technology and pollution reducing projects. The present paper aims to highlight Indian initiatives by various banks adopting green banking in India. Further, an attempt has been made to enlist certain strategies of adopting green banking. Defining green banking is relatively easy. It means promoting environmental-friendly practices and reducing your carbon footprint from your banking activities. This comes in many forms. Using online banking instead of branch banking. Paying bills online instead of mailing them. Opening up CDs and money market accounts at online banks, instead of large multi-branch banks. Or finding the local bank in your area that is taking the biggest steps to support local green initiatives. Any combination of the above personal banking practices can help the environment. So this leads to the question, which banks are green. In general, online banks and smaller community banks have better track record than larger banks. For instance, take a look at the banks that......

Words: 611 - Pages: 3

Premium Essay

Banking

...Executive Summary Mobile Banking (Vishavjit Singh & gurjeet singh brar) Mobile devices have increasingly become tools that consumers use for banking, payments, budgeting, and shopping. The use of mobile phones in order to effectuate banking transactions is bound to increase in a significant way in the near future. This growth in mobile financial services not only depends on technological advances, but also on consumer confidence in the provided services. Almost every person has a cell phone now and knows how to use it. In our fast-paced, ever-connected world, mobile technology is an attractive if not essential feature that banks can offer their customers. But mobile banking does not merely benefit banking customers. In terms of customer satisfaction, service costs, and security, mobile technology benefits banking institutions themselves. Customers are giving more portion of their lives to their cell phones. So financial institutions are adopting Mobile banking to fulfill customer’s needs via mobile phone. This would both be benefit for customers and financial institutions. * It would help banks provide their customers with their regular services online. * It would save the money and time of the banks. * It’s a faster and cheaper way of communication for banks. * Mobile phones can be taken anywhere so the banking can be done by the customer anytime and anywhere. Problems: Well there are few problems using the mobile banking. One has to keep the......

Words: 333 - Pages: 2

Premium Essay

Banking

...  Role of Banks for developing the Economy of Bangladesh Role of Banks for developing the Economy of Bangladesh Introduction Banks over the years, have become a significant aspect of an economy. With the on going financial depression, the position of banks have become all the more important in the course of working of the money market and hence the economy of a nation. The banking sector forming a portion of the financial sector primarily works as a financial intermediary generating money supply. From the different macro economic models , banks have been found to be a part of the supply side of the economy . However, over time banks have transformed from merely money generating organizations to a multi tasking entity. In this paper, we shall deal with the role of banks in the context of the world economy as well as the Bangladesh economy . The first section will illustrate the functions of a bank along with its classification. In the second section, we shall discuss the role of a banks as a major component of the service sector rendering to the economy as a whole. In the third section, we would like to empirically validate our hypothesis with a comprehensive data analysis. The recession in the US market and the global meltdown termed as Global recession have engulfed complete world economy with a varying degree of recessional impact. World over the impact has diversified and its impact can be observed from the very fact of falling Stock market,......

Words: 6647 - Pages: 27

Premium Essay

Banking

...A PROJECT REPORT ON FINANCIAL SERVICES OF BANKS Submitted to University of Mumbai in Partial fulfillment Of the requirement of the Degree of B.Com ³BANKING & INSURANCE´ Under guidance of PROF. RUEEN PATEL VPM¶S K.G Joshi College of Arts N.G Bedekar College of Commerce Thane (E) Academic Year: 2010-11 BYJEMINI.J.PATIL ACKNOWLEDGEMENT In completing this project I am deeply conscious of my debt to all those, without whose warm support, enragement & guidance this project was not possible to complete. I am specially greatful to Prof Rueen Patel my guide to this project, She actually gave the life to this project and guidance of my parents & friends this project took shape. They also provided me much needed criticism & encouragement. Jemini Patil DECLARATION I am Jemini J. Patil studying in T.Y.Banking & Insurance hereby declare that I have done a project on ³Financial Services provided by Banks´. As required by the university rules, I state that the work presented in this thesis is original in nature and to the best my knowledge, has not been submitted so far to any other university. Whenever references have been made to the work of others, it is clearly indicated in the sources of information in references. Student (Jemini. J. Patil) Place: Thane Date: October, 2010 EXECUTIVE SUMMARY Banks are the Financial Institution which satisfies the individual & group goals with proper systems of rules, regulations, policies, services, procedures &......

Words: 11527 - Pages: 47

Premium Essay

Banking

...E- Banking System in Pakistan ` E- Banking System in Pakistan Written by, Muhammad Rahimuddin rud777@hotmail.com 691205 0694 Syed Asif Abbas Bukhari asifbukhari82@hotmail.com 720512-1234 Supervised by Eva. Wittbom School of Management Blekinge Institute of Technology Ronneby, Sweden Thesis for the Master‟s degree in Business Administration, Spring-2010 Blekinge Institute of Technology, Ronneby, SWEDEN Thesis for the Master‟s degree in Business Administration Spring, 2010 I E- Banking System in Pakistan ABSTRACT Our this research work is based on the E-banking technology in which customers can access more accurate, quicker and rapid banking services from the computerized banking system. This system has also been adopted by the international banks as well as by the local banks in Pakistan to give efficient services to their elite customers. The purpose of our research work is carried out to unlock the significance that Pakistani banks are connected with this type of e-banking technology that is being implemented by the banks for providing the electronic services to the customers and in what extent this technology is relevant to customers. This research work will also help to determine whether the ebanking services are more efficient, accurate and rapid banking services. Thesis for the Master‟s degree in Business Administration, Spring-2010 Blekinge Institute of Technology, Ronneby, SWEDEN II E- Banking System in......

Words: 18788 - Pages: 76

Premium Essay

Banking

...H. Gibson, J. Goddard, P. Molyneux and G. Tavlas, as well as participants of the 3rd Annual Conference of the Hellenic Finance and Accounting Association (December 2004, Athens) for very helpful comments. The views expressed in this paper do not necessarily reflect those of the Bank of Greece. Correspondence: Panayiotis P. Athanasoglou, Economic Research Department, Bank of Greece, 21 E. Venizelos Ave., 102 50 Athens, Greece, Tel. +30210-320 2449 Email: pathanasoglou@bankofgreece. 1. Introduction During the last two decades the banking sector has experienced worldwide major transformations in its operating environment. Both external and domestic factors have affected its structure and performance. Despite the increased trend toward bank disintermediation observed in many countries, the role of banks remains central in financing economic activity in general and different segments of the market in particular. A sound and profitable banking sector is better able to withstand negative shocks and contribute to the stability of the financial system. Therefore, the determinants of bank performance have attracted the interest of academic research as well as of bank management, financial markets and bank supervisors. The majority of studies on bank profitability, such as Short (1979), Bourke (1989), Molyneux and Thornton (1992), Demirguc-Kunt and Huizinga (2000) and Goddard et al. (2004), use linear models to estimate the impact of various factors that may be important in......

Words: 11509 - Pages: 47

Premium Essay

Banking

...days in the case of bills purchased and discounted, 4. Interest and/ or installment of principal remains overdue for two harvest seasons but for a period not exceeding two and half years in the case of an advance granted for agricultural purpose. NPA represent bad loans, the borrowers of which failed to satisfy their repayment obligations. Michael (2006) emphasized that NPA in loan portfolio affect operational efficiency which in turn affects profitability, liquidity and solvency position of banks. Non-Performing Assets (NPAs) of the Indian banking sector have been rising in 2011-12, reached at 2.9% from 2.4% in 2008-09. NPA represent bad loans, the borrowers of which failed to satisfy their repayment obligations. Michael (2006) emphasized that NPA in loan portfolio affect operational efficiency which in turn affects profitability, liquidity and solvency position of banks. Non-Performing Assets (NPAs) of the Indian banking sector have been rising in 2011-12, reached at 2.9% from 2.4% in 2008-09....

Words: 302 - Pages: 2

Free Essay

Banking

...Lichtenstein & Williamson: Consumer Adoption of Internet Banking UNDERSTANDING CONSUMER ADOPTION OF INTERNET BANKING: AN INTERPRETIVE STUDY IN THE AUSTRALIAN BANKING CONTEXT Sharman Lichtenstein Deakin University, Australia sharman.lichtenstein@deakin.edu.au Kirsty Williamson Monash University and Charles Sturt University, Australia kirsty.williamson@sims.monash.edu.au ABSTRACT This paper reports key findings from an interpretive study of Australian banking consumer experiences with the adoption of internet banking. The paper provides an understanding of how and why specific factors affect the consumer decision whether or not to bank on the internet, in the Australian context. A theoretical framework is provided that conceptualizes and links consumer-oriented issues influencing adoption of internet banking. The paper also provides a set of recommendations for Australian banks. Specifically, the findings suggest that convenience is the main motivator for consumers to bank on the internet, while there is a range of other influential factors that may be modulated by banks. The findings also highlight increasing risk acceptance by consumers in regard to internetbased services and the growing importance of offering deep levels of consumer support for such services. Gender differences are also highlighted. Finally, the paper suggests that banks will be better able to manage consumer experiences with moving to internet banking if they understand that such experiences involve......

Words: 12503 - Pages: 51

Premium Essay

Banking

... “Internet banking enables bank customers to handle account management and perform account transactions directly with the bank through the internet.  This is also known as internet banking. Online banking has made personal and business banking faster, more efficient and safer”. Every service offered by any company or institute have its own advantages and disadvantages. Same here internet banking is a service which is offered by banks. Its disadvantages are given as below: Advantages of Internet BankingThere are plenty of perks offered by banks to customers who adopt internet banking over the traditional visit physically to the nearest branch office. Convenience: This is the single most important benefits that outweigh any shortcoming of internet banking. Making transactions and payments right from the comfort of home or office at the click of a button without even having to step out is a facility none would like to forego. Keeping a track of accounts through the internet is much faster and convenient as compared to going to the bank for the same. Even non transactional facilities like ordering check books online, updating accounts, enquiring about interest rates of various financial products etc become much simpler on the internet. Better Rates: The banks stand to gain significantly by the use of internet banking as it implies lesser physical effort from their end. The need to acquire larger spaces for offices and employ more staff to deal with the customers is......

Words: 1394 - Pages: 6

Free Essay

Banking

...RISK MANAGEMENT DEFINITION OF RISK: 1. Risk in finance is defined in terms of the variability of actual returns on an investment, around an expected return, even when those returns represent positive outcomes. 2. The decisions on how much risk to take and what type of risks to take are critical to the success of the business. 3. The essence of good management is making the right choices when it comes to dealing with different risks. 4. In banking, the risk is the possibility that a borrower or counterparty will fail to meet its obligations in accordance with the agreed terms, both in terms of time and quantity. 5. Risk does not come alone – the default of one firm may cripple affiliated firms such as suppliers, customers and banks. RISK MANAGEMENT: 1. Risk Management is a planned method of dealing with the potential loss or damage. It is an ongoing process of risk appraisal through various methods and tools. 2. Risk Management involves not only to protect oneself against some risks but also to decide which risks are to be exploited and how to exploit them. 3. Risk Management covers credit decision making, performance assessment, pricing, capital computation, provisioning etc. 4. Risk Management covers the following: a. It assesses what could go wrong b. It determines which risks are important to be dealt with c. It implements strategies to deal with those risks. 5. Risk Management is not – ...

Words: 5577 - Pages: 23

Free Essay

Banking

...June 02, 2014 MY Banking Sector SECTOR RESEARCH | Malaysia NEUTRAL Analyst Desmond Ch’ng, ACA (603) 2297 8680 (unchanged) Loan growth slows to 10% YoY    Industry loan growth moderated to 10.0% YoY in Apr 2014 from 10.2% YoY in Mar 2014. All HH loan segments continued to register softer growth except residential property. Still NEUTRAL on the sector; BUYs are AMMB, HL Bank and HLFG. MPHB Capital is also a BUY with a TP of MYR2.42. desmond.chng@maybank-ib.com What’s New Industry loan growth was 10.0% YoY in Apr 2014, with household (HH) loans expanding at a more moderate 11.6% YoY in Apr 2014 vs 11.7% YoY in Mar 2014, while non-HH loan growth was a slower 7.9% YoY vs 8.3% YoY in Mar 2014. Positively, cumulative PDS issuances to date are 4.5% higher versus the same period last year. Also positive is the fact that industry fundamentals remain solid, with an all-time low gross NPL ratio of 1.8%, strong loan loss coverage at almost 105%, stable interest spreads and a stable loan/deposit ratio at 85%. What’s Our View Banks have become more selective in their approval of residential property loans but demand is likely to hold up due to: (i) expectations of higher property prices post GST; and (ii) prevailing negative real rates that will encourage investors to seek an inflation hedge. Whether this will prompt further property measures remains to be seen. Overall loan approval rates continue to soften while application trends have yet to see a meaningful...

Words: 7677 - Pages: 31

Premium Essay

Banking

...Assistant Banking Center Manager at Gessner and Kempwood Job Apply now » Date: May 24, 2012 Location: Houston, TX, US Assistant Banking Center Manager at Gessner and Kempwood-1201185 Assistant Banking Center Manager I We invite you to explore the award-winning culture, people, rewards and opportunities that make Comerica Bank so special. Make your next career choice a confident one. The Assistant Banking Center Manager is responsible for contributing to the overall success of a Retail Banking Center by 1) meeting or exceeding sales goals, 2) providing effective leadership, 3) achieving prescribed customer service levels and 4) executing operational management objectives. Position Competencies Successful incumbents possess integrity, are trustworthy, action oriented, well organized, have business acumen, focus on the customer, have high decision quality, direct others, have strong written communication skills, motivate others and promote problem resolution. Comerica Bank uses IBM Lotus Notes for database, calendaring and e-mail functions. Reporting Information/Location This Assistant Banking Center Manager (ABCM I) position is located at 2820 Gessner Road, Houston, TX 77080 and reports to the Banking Center Manager. Position Responsibilities 1. Sales Leadership a. Assist the Retail Banking Center Manager in providing direction and leadership to banking center employees with emphasis on achieving sales goals, remarkable customer service and......

Words: 677 - Pages: 3

Premium Essay

Banking

...analyze the role of information technology (IT) in the Indian banking industry. Indian banks are investing heavily in the technologies such as automated teller machine (ATMs), net banking, mobile banking, tele -banking, credit cards, debit cards, smart cards, call centers, CRM, data warehousing etc. It is essential to evaluate the impact of information technology on the performance of Indian banks in terms of extended value added services and customer satisfaction thereby. Foreign banks and Private sector banks which took more IT initiative, were found to be more efficient and more competent force than public sector banks in India. Based on the article, technological innovations have enabled the industry to open up efficient delivery channels. It is said that IT has helped the banking industry to deal with the challenges the new economy poses. The study examines the views of banking customers on the implementation of IT in banks. According to the author, private and foreign banks use more IT-related banking services than public sector banks. Keywords and Abbreviations: Awareness level, Banking sector, Customer Satisfaction, ITeS, Security ATM – Automated Teller Machines / Any Time Money CBS – Core Banking Solution IAM – Investment and Assets Management CRM – Customer Relationship Management GRC – Governance Risk and Compliance IDRBT - Institute for Development and Research in Banking Technology INFINET - Indian FInancial NETwork......

Words: 318 - Pages: 2

Premium Essay

Banking

...Act, Sec 17 suggests that a fraud means and includes any of the acts by a party to a contract or with his connivance or by his agents with the intention to deceive another party or his agent or to induce him to enter in to a contract. Banking Frauds constitute a considerable percentage of white-collar offences being probed by the police. Unlike ordinary thefts and robberies, the amount misappropriated in these crimes runs into lakhs and crores of rupees. Bank fraud is a federal crime in many countries, defined as planning to obtain property or money from any federally insured financial institution. It is sometimes considered a white collar crime. The number of bank frauds in India is substantial. It in increasing with the passage of time. All the major operational areas in banking represent a good opportunity for fraudsters with growing incidence being reported under deposit, loan and inter-branch accounting transactions, including remittances. Bank fraud is a big business in today’s world. With more educational qualifications, banking becoming impersonal and increase in banking sector have gave rise to this white collar crime. In a survey made till 1997 bank frauds in nationalised banks was of Rs.497.60 crore. This banking fraud can be classified as: • Fraud by insiders • Fraud by others Fraud By Insiders Rogue traders A rogue trader is a highly placed insider nominally authorized to invest sizeable funds on behalf of the bank; this trader secretly......

Words: 3880 - Pages: 16

Premium Essay

Banking

...1. Introduction to banking sector Whenever you think of Banks what comes to your mind? Your salary account, your savings account or if you are a businessman your current account. Maybe you are also thinking about loans you took from a bank – your home loan, your car loan or your personal loan. But, did you ever pause to think how does this industry actually work – What is the structure of the Indian Banking Industry? What is its business model? How does a bank make money? What is its future outlook? Let us demystify it. The Banking industry plays a dynamic role in the economic development of a country. The growth story of an economy depends on the robustness of its banking industry. Banks act as the store as well as the power house of the country’s wealth. They accept deposits from individuals and corporate and lends to the businesses. They use the deposits collected for productive purposes which help in the capital formation in the country. Today, the Indian Banking System is known the world over for its robustness. The Reserve Bank of India is the central/apex Bank which regulates the functioning of all banks operating within the country. The banking system, largely, comprises of scheduled banks (banks that are listed under the Second Schedule of the RBI Act, 1934). Unscheduled banks form a very small component (function in the form of Local Area Bank). Scheduled banks are further classified into commercial and cooperative banks, with the basic difference in their......

Words: 602 - Pages: 3